Νησί της Ανατολικής Μεσογείου, το μεγαλύτερο της Ελλάδας και το πέμπτο σε μέγεθος νησί της Μεσογείου, μετά τη Σικελία, τη Σαρδηνία, την Κύπρο και την Κορσική.
Έχει έκταση 8.312 τ. χλμ. και πληθυσμό 601.131 κατοίκους.
Πρωτεύουσα [GLi]της Κρήτης είναι το Ηράκλειο.
Βρίσκεται στο νότιο τμήμα της Ελλάδας, [GLi]νοτιοανατολικά του ακρωτηρίου Μαλέας της Πελοποννήσου, και βρέχεται βόρεια από το Κρητικό πέλαγος, νότια από το Λιβυκό και στα ανατολικά από το Καρπάθιο.
ΦΥΣΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ
Το μεγαλύτερο μήκος του νησιού, από το ακρωτήριο Γραμβούσα στο βορειοδυτικό άκρο ως το ακρωτήριο Σίδερος στο βορειοανατολικό άκρο, είναι 260 χλμ.
Το μεγαλύτερο πλάτος του, από το ακρωτήριο Δίο στο βόρειο άκρο του νομού Ηρακλείου ως το ακρωτήριο Λίθινο στο νότιο τμήμα του νησιού, είναι 60 χλμ., ενώ το μικρότερο 12 χλμ. στον Ισθμό της Ιεράπετρας, από τον κόλπο Μιραμπέλου ως τον όρμο της Ιεράπετρας.
ΑΚΤΟΓΡΑΦΙΑ
Οι ακτές της Κρήτης, και κυρίως της βόρειας πλευράς της, σχηματίζουν ένα πλήθος από χερσονήσους, ακρωτήρια, κόλπους και όρμους. Τα σπουδαιότερα από αυτά, εξετάζοντας τη βόρεια ακτή του νησιού και από δυτικά προς ανατολικά είναι: χερσόνησος Γραμβούσα, με το ακρωτήριο Μπούζα ή Γραμβούσα, κόλπος Κισσάμου, χερσόνησος Ροδωπού με το ακρωτήριο Σπάθα, κόλπος Χανίων, χερσόνησος Ακρωτήρι, ακρωτήριο Τρυπητή, κόλπος Σούδας, ακρωτήριο Δρέπανο, κόλπος Αλμυρού, ακρωτήριο Χερσόνησος, κόλπος Ελούντα, χερσόνησος Σπιναλόγκα, κόλπος Μιραμπέλου, ακρωτήριο και κόλπος Σητείας, ακρωτήριο Σίδερος. Από το βορειοανατολικό άκρο προς το νοτιοανατολικό: Χερσόνησος Σαλμώνη με το ακρωτήριο Πλάκα, ακρωτήριο Ζάκρος. Στη νότια ακτή από ανατολικά προς δυτικά: ακρωτήριο Κουντούρα, όρμος Ιεράπετρας, ακρωτήριο Λίθινο, κόλπος Μεσσαράς, ακρωτήριο Μέλισσα, όρμος Αγίας Ρουμέλης, ακρωτήριο Παλαιοχώρας, ακρωτήριο Κριός.
Τα λιμάνια της Κρήτης στη βόρεια παραλία είναι: Χανίων, Σούδας, Ρεθύμνου, Ηρακλείου, Αγίου Νικολάου και στη νότια παραλία των Καλών Λιμένων.
ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ
Το μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης είναι ορεινό και ημιορεινό. Τρεις ορεινοί όγκοι δεσπόζουν με τις διακλαδώσεις τους στο έδαφος του νησιού. Από δυτικά προς ανατολικά τα Λευκά όρη ή Μαδάρες, στο νοτιοκεντρικό τμήμα του νομού Χανίων, με ψηλότερη κορυφή τις Πάχνες (2.452 μ.). Η Ίδη ή Ψηλορείτης, στο κέντρο του νησιού, που είναι και ψηλότερη κορυφή της Κρήτης (2.456 μ.), η Δίκτη ή όρη Λασιθίου στο ανατολικό τμήμα του νησιού, με ψηλότερη κορυφή τη Δίκτη (2.148 μ.).
Μεγάλες πεδιάδες δεν έχει η Κρήτη.
Οι πιο σημαντικές πεδινές περιοχές είναι η πεδιάδα Καστελλίου Κισσάμου, Κυδωνίας, Αποκορώνου και οι κοιλάδες Αρμένων και Καντάνου στο νομό Χανίων. Οι πεδιάδες Μυλοποτάμου και Αγίου Βασιλείου στο νομό Ρεθύμνης. Οι πεδιάδες Ηρακλείου, Μαλιών, Μονοφατσίου και Μεσαράς στο νομό Ηρακλείου. Η τελευταία αυτή είναι και η μεγαλύτερη πεδινή έκταση του νησιού προς το Λιβυκό πέλαγος. Η πεδιάδα της Ιεράπετρας και η κοιλάδα της Σητείας στο νομό Λασιθίου. Εκτός όμως από τις εκτάσεις αυτές καλλιεργούνται και τα οροπέδια του Ομαλού (1.100 μ.) και του Ασκύφου (700 μ.) στα Λευκά όρη, το οροπέδιο του Λασιθίου (900 μ.) στη Δίκτη και άλλα μικρότερα οροπέδια και υψίπεδα.
Η Κρήτη δεν έχει σημαντικά ποτάμια.
Θα μπορούσαν αυτά να χαρακτηριστούν μάλλον ως χείμαρροι. Τα μεγαλύτερα από αυτά είναι τα ποτάμια Πλατανιάς, Κλαδισός, Μεγαπόταμος, Πλατύς, Γεροπόταμος, Αναποδάρης, [GLi]Ποταμιές και τρία άλλα που έχουν το όνομα Αλμυρός: του Αποκορώνου, του Ηρακλείου και του Μιραμπέλου.
Μεγάλο ενδιαφέρον από μορφολογική άποψη παρουσιάζουν τα φαράγγια του νησιού. Τα χαρακτηριστικότερα από αυτά είναι το φαράγγι της Σαμαριάς, που αρχίζει από το οροπέδιο του Ομαλού και καταλήγει στη μικρή πεδιάδα της Αγίας Ρουμέλης, το φαράγγι της Νίμπρου (Χώρας Σφακίων), το φαράγγι Λαγκού Κατρέ, που αρχίζει από το οροπέδιο του Ασκύφου, και το Κουρταλιώτικο Φαράγγι, που φτάνει ως το Λιβυκό πέλαγος.
ΚΛΙΜΑ
Το κλίμα της Κρήτης κυμαίνεται ανάμεσα στο εύκρατο και το θαλάσσιο.
Ο χειμώνας αρχίζει το Δεκέμβριο και στα πεδινά είναι γλυκός, ειδικότερα στο ανατολικό τμήμα του νησιού.
Τα ανατολικά και νότια παράλια της Κρήτης έχουν τις μεγαλύτερες θερμοκρασίες της Ελλάδας στους μήνες Οκτώβριο–Μάρτιο.
Η νέφωση είναι μικρή ή ανύπαρκτη στο δυτικό τμήμα, μεγαλώνει όσο προχωρούμε στα ανατολικά, ενώ αντίθετα οι βροχές αυξάνονται από ανατολικά στα δυτικά με μεγάλα βροχομετρικά ύψη τον Ιανουάριο–Φεβρουάριο και ελάχιστα το καλοκαίρι.
Προχωρώντας από τα πεδινά προς τα ορεινά οι τιμές της βροχής μεγαλώνουν.
Πολύ συχνό είναι στις ορεινές περιοχές και το χιόνι, κυρίως στη δυτική Κρήτη.
Αντίθετα, στα πεδινά το χιόνι είναι σχεδόν ανύπαρκτο, το αντικαθιστά όμως το χαλάζι, στις δυτικές περιοχές συνήθως.
Τα καλοκαίρια είναι δροσερά και κυρίως στη δυτική Κρήτη και κατά μήκος των βόρειων παραλίων της.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ
Η οικονομία του νησιού στηρίζεται κυρίως στη γεωργία, που είναι πολύ αναπτυγμένη λόγω του ευνοϊκού κλίματος.
Τα κυριότερα προϊόντα είναι το λάδι, τα εσπεριδοειδή, το κρασί, τα σταφύλια, η σταφίδα, πρώιμα κηπευτικά, χαρούπια, μπανάνες, σιτηρά και κτηνοτροφικά προϊόντα. Επίσης, [GLi]ολόκληρη η Κρήτη παράγει διάφορα αρωματικά φυτά, που εξάγονται και στο εξωτερικό, με κυριότερα από αυτά το δίκταμο.
Από τα κτηνοτροφικά προϊόντα που παράγει η Κρήτη περίφημα είναι τα τυριά της διάφορων τύπων, με πιο χαρακτηριστικά το ανθότυρο και τη μυτζήθρα. Ονομαστό είναι επίσης και το κρητικό μέλι, αλλά και το λάδι.
Η κτηνοτροφία είναι αναπτυγμένη, κυρίως στους νομούς Χανίων και Ηρακλείου και περιλαμβάνει την εκτροφή αιγοπροβάτων, βοοειδών, χοίρων κ.ά. Επίσης σημαντική είναι και η αλιευτική δραστηριότητα των κατοίκων του νησιού.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ζώα της κρητικής πανίδας είναι ο κρητικός αίγαγρος, το γνωστό κρι κρι, ο αριθμός του οποίου ελαττώνεται συνέχεια. Στα πλαίσια της διατήρησης του είδους αυτού, οι γεωργικές υπηρεσίες και διάφοροι άλλοι σύλλογοι φρόντισαν να μεταφέρουν έναν αριθμό από τα ζώα αυτά σε κοντινά ερημονήσια.
Η βιομηχανία βρίσκεται σε συνεχή ανάπτυξη, με μεγαλύτερη κίνηση στο νομό Ηρακλείου και περιλαμβάνει κυρίως μονάδες επεξεργασίας αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων.
Ο ορυκτός πλούτος του νησιού αποτελείται από χαλκό, σιδηρομεταλλεύματα, λιγνίτη, γύψο, μαγγάνιο, πυριτόλιθους, μάρμαρο κ.ά.
Σημαντικό οικονομικός παράγοντας του νησιού είναι και ο τουρισμός, που παρουσιάζει αλματώδη ανάπτυξη.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ
Η Κρήτη, στην οποία ανήκουν και τα μικρά νησιά Γαύδος, Δία, Κουφονήσι, Γαϊδουρονήσι, Διονυσιάδες και Παξιμάδι, χωρίζεται σε τέσσερις νομούς: Από δυτικά στα ανατολικά Χανίων με πρωτεύουσα τα Χανιά, Ρεθύμνης με πρωτεύουσα το Ρέθυμνο, Ηρακλείου με πρωτεύουσα το Ηράκλειο και Λασιθίου με πρωτεύουσα τον Άγιο Νικόλαο.
Μεγαλύτερες πόλεις του νησιού είναι[GLi] το Ηράκλειο, τα Χανιά, η Σητεία, το Ρέθυμνο, η Ιεράπετρα, ο Άγιος Νικόλαος κ.ά.
ΙΣΤΟΡΙΑ
α) Μυθολογία Η ελληνική μυθολογία αναφέρει πάμπολλους μύθους σχετικούς με την Κρήτη. Στους περισσότερους κύριο πρόσωπο είναι ο βασιλιάς Μίνωας, πράγμα που φανερώνει την εντύπωση που είχε προκαλέσει στους υπόλοιπους Έλληνες το πανίσχυρο κρητικό βασίλειο με το μεγάλο πολιτισμό.
Η Κρήτη αναφέρεται ως πατρίδα του Δία.
Μόλις γεννήθηκε, η μητέρα του Ρέα, για να τον σώσει από τον πατέρα του Κρόνο, που καταβρόχθιζε τα παιδιά του, τον έκρυψε σε μια σπηλιά του όρους Αιγαίου, κοντά στην πόλη Λύκτο. Οι Κουρήτες, χτυπώντας τις ασπίδες τους, έκαναν τόσο θόρυβο, που ο Κρόνος δεν μπορούσε να ακούσει τα κλάματα του νεογέννητου, ενώ οι νύμφες της Δίκτης Αμάλθεια, Μελίττη και Αδράστεια, ανέλαβαν τη διατροφή του.
Από την ένωση του Δία με την Ευρώπη γεννήθηκαν τρεις γιοι, ο Μίνωας, ο Ραδάμανθης και ο Σαρπηδόνας, οι οποίοι μετά την εγκατάλειψη της Ευρώπης από τον πατέρα της ανατράφηκαν από το σύζυγό της Αστερίωνα, βασιλιά της Κρήτης. Από τους τρεις αυτούς γιους του Δία βασίλευσε στην Κρήτη ο Μίνωας, στην αρχή με τη βοήθεια του Ραδάμανθη, ο οποίος όμως αργότερα έφυγε από την πατρίδα του και βασίλεψε στα νησιά των Μακάρων. Ο Σαρπηδόνας εξορίστηκε από το Μίνωα και αποίκισε τη Λυκία.
Η βασιλεία του Μίνωα έγινε ξακουστή για τον πλούτο, την ευημερία και τη δικαιοσύνη που επικρατούσε στην Κρήτη. Το βασίλειό του εκτεινόταν σε ολόκληρο το νησί και ο βασιλιάς είχε την έδρα του στην Κνωσό. Τους νόμους, με τους οποίους κυβερνούσε ο Μίνωας, τους έπαιρνε απευθείας από τον πατέρα του το Δία, με τον οποίο επικοινωνούσε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, ίσως κάθε εννιά χρόνια. Γυναίκα του Μίνωα ήταν η Πασιφάη, κόρη του Ήλιου και της Περσηίδας, από την οποία απέκτησε δύο κόρες, την Αριάδνη και τη Φαίδρα, και δύο γιους, το Γλαύκο και τον Ανδρόγεο. Από την ένωση της Πασιφάης με τον ιερό ταύρο γεννήθηκε ο Μινώταυρος, τον οποίο ο Μίνωας έκλεισε στο Λαβύρινθο.
Η δύναμη του βασιλιά της Κρήτης είχε απλωθεί και έξω από το νησί. Μεγάλος θαλασσοκράτορας ο Μίνωας, κυρίευσε πολλά νησιά και τα αποίκισε. Ακόμα και στην Αττική επέβαλε φόρο υποτέλειας, τον τρομερό φόρο αίματος των 7 αγοριών και των 7 κοριτσιών, που γίνονταν βορά του φοβερού Μινώταυρου, ώσπου τον σκότωσε ο Θησέας με τη βοήθεια της Αριάδνης.
Ο θάνατος του Μίνωα σχετίζεται με την καταδίωξη του Δαίδαλου, του μυθικού αρχιτέκτονα του Λαβύρινθου. Ο Δαίδαλος κατάφερε να δραπετεύσει από το Λαβύρινθο, όπου τον είχε φυλακισμένο ο Μίνωας, και κατέφυγε στη Σικελία. Εκστρατεύοντας κατά της Σικελίας ο Μίνωας για να τον συλλάβει βρήκε το θάνατο από τις θυγατέρες του βασιλιά της Καμίρου Κώκαλου.
β) Προϊστορία
Τα πρώτα ίχνη του ανθρώπου στην Κρήτη εμφανίζονται στη νεολιθική εποχή, γύρω στο 6000 π.Χ.
Οι πρώτοι αυτοί κάτοικοι, που φαίνεται ότι ήρθαν από τα παράλια της Λιβύης και της Μικράς Ασίας, ζούσαν σε σπήλαια, αλλά και σε μικρά σπίτια που τα έχτιζαν με πλιθιά ή με πηλό. Από τα εργαλεία τους, που ήταν πήλινα, λίθινα ή οστέινα, αποδεικνύεται ότι ασχολούνταν με τη γεωργία και το κυνήγι. Λάτρευαν μια γυναικεία θεότητα της γονιμότητας και έθαβαν τους νεκρούς τους. Από μερικά λίθινα αιγυπτιακά αγγεία που τοποθετούνται χρονικά στην υστερολιθική εποχή, γύρω στο 3000 π.Χ. φαίνεται ότι υπήρχαν σχέσεις, εμπορικές μάλλον, ανάμεσα στους κατοίκους του νησιού και τους Αιγυπτίους.
Λείψανα οικισμών της νεολιθικής εποχής βρέθηκαν στην Κνωσό, στη Φαιστό (όπου βρέθηκε και μια καλύβα στρογγυλή), στον Κατσαμπά του Ηρακλείου και σε άλλα μέρη του νησιού.
Η εποχή του χαλκού για την Κρήτη είχε χωριστεί από τον αρχαιολόγο σερ Άρθουρ Έβανς σε τρεις περιόδους με βάση την εξέλιξη των κεραμικών ευρημάτων: πρωτομινωική (2800-1900 π.Χ.), μεσομινωική (1900-1600 π.Χ.) και υστερομινωική (1600-1100 π.Χ.). Αργότερα ο αρχαιολόγος Ν. Πλάτων πρότεινε μια διαφορετική διαίρεση του μινωικού πολιτισμού: προανακτορική εποχή (2600-1900 π.Χ.), παλαιοανακτορική (1900-1700 π.Χ.), νεοανακτορική (1700-1450 π.Χ.) και μετανακτορική (1450-1150 π.Χ.). Η διαίρεση αυτή έχει γίνει με βάση τις καταστροφές των παλαιότερων και νεότερων ανακτορικών κέντρων. Καθεμιά από τις περιόδους αυτές διαιρείται σε τρεις ή περισσότερες φάσεις, με βάση ορισμένες ενδιάμεσες μικρότερες καταστροφές. Για την παρουσίαση του μινωικού πολιτισμού σύμφωνα με τη διαίρεση του Α. Έβανς βλ. λ. μινωικός πολιτισμός.
Στην πρώτη φάση της προανακτορικής περιόδου έφτασαν στην Κρήτη νέα φυλετικά στοιχεία, που χρησιμοποιούσαν το χαλκό και πολύτιμα μέταλλα και δημιούργησαν γρήγορα μια προηγμένη τέχνη. Την ίδια εποχή, συγγενικά με αυτά στοιχεία δημιούργησαν τον κυκλαδικό και τον ελλαδικό πολιτισμό της πρώιμης εποχής του χαλκού. Οι νέοι άποικοι εγκαταστάθηκαν σποραδικά στη βορειοκεντρική, νοτιοκεντρική και ανατολική Κρήτη. Η μεταβολή του πολιτισμού δεν ήταν ριζική στην αρχή, όπως αποδεικνύεται από το πλήθος των νεολιθικών στοιχείων που υπήρχαν ακόμα στην εποχή αυτή. Ο τρόπος ζωής δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει και, παρόλο που χρησιμοποιείται ο χαλκός, τα περισσότερα σκεύη είναι ακόμη λίθινα.
Στο τέλος της πρώτης φάσης της προανακτορικής περιόδου φαίνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος των παλιών κατοίκων είχε αφομοιωθεί από τους νέους. Παράλληλα παρουσιάζεται μια μεγάλη ανάπτυξη στη ναυτιλία. Πυκνή επικοινωνία με άλλες περιοχές, όπως τις Κυκλάδες, την Καρία, τη Λυκία, αποδεικνύεται από την ομοιότητα στην κεραμική και από την παρουσία πήλινων αγγείων φερμένων από κυκλαδίτικα νησιά.
Στη δεύτερη φάση της προανακτορικής περιόδου παρατηρείται μια λαμπρή όσο και ξαφνική άνθηση του πολιτισμού, που κρατάει 300 περίπου χρόνια από το 2400 μέχρι το 2100 π.Χ. Δείγματα του πολιτισμού αυτού βρέθηκαν στη Βασιλική και τη Μύρτο της Ιεράπετρας. Στη φάση αυτή η αρχιτεκτονική, οικιστική και ταφική, είναι πολύμορφη. Μεγάλη σημασία δίνεται και στην εσωτερική διακόσμηση. Στην τρίτη φάση της περιόδου, από το 2100 ως το 1900 π.Χ., παρατηρείται μια τρομερή αναστάτωση. Πολλοί οικισμοί καταστρέφονται και άλλοι εγκαταλείπονται. Στη θέση των κατεστραμμένων κτιρίων χτίζονται άλλα πιο απλά, πολύ κοντά το ένα στο άλλο, που δημιουργούν πυκνά και ακατάστατα συγκροτήματα. Τα πέτρινα αγγεία παρουσιάζουν τεχνική πρόοδο, όμως τα περισσότερα κινούνται σε τυποποιημένα σχέδια. Αντίθετα, τα κεραμικά παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, κυρίως στη διακόσμηση.
Γύρω στα 1900 π.Χ., οπότε αρχίζει η παλαιονανακτορική περίοδος, παρατηρείται απότομη αλλαγή στην Κρήτη. Άγνωστο για ποια αιτία, δημιουργείται μια συγκεντρωτική οργάνωση διακυβέρνησης. Αυτό αποδεικνύεται από τα μεγάλα και λαμπρά ανάκτορα που χτίζονται την εποχή αυτή στην Κνωσό, τη Φαιστό, τα Μάλια, το Μοναστηράκι (πεδιάδα Αμαριού Ρεθύμνου). Επειδή την ίδια αυτή εποχή παρουσιάστηκαν και σε άλλα μέρη ουσιαστικές μεταβολές, όπως στην ηπειρωτική Ελλάδα και τη Μικρά Ασία, που προέρχονται κυρίως από τις εισβολές βόρειων φύλων, ίσως γι’ αυτό οι κάτοικοι της Κρήτης αποφάσισαν πως μια συγκεντρωτική εξουσία θα τους προστάτευε καλύτερα από τους εισβολείς. Το γεγονός πάντως είναι ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα της εποχής φανερώνουν, εκτός από την πολιτική, μια γενική αναδιοργάνωση στην Κρήτη, κοινωνική, θρησκευτική, οικονομική. Παράλληλα, η αρχιτεκτονική, [GLi]η κεραμική, η σφραγιδογλυφία, η χρυσοχοΐα, η πλαστική φτάνουν στα όρια της τεχνικής και αισθητικής τελειότητας. Η λαμπρή αυτή πολιτιστική περίοδος της Κρήτης πλήττεται ξαφνικά το 1700 π.Χ. από την ολοκληρωτική καταστροφή των μινωικών κέντρων, που προήλθε από γεωλογικά αίτια, προφανώς κάποιο μεγάλο σεισμό. Αρχίζει τότε (νεοανακτορική περίοδος) μια τεράστια ανοικοδομητική προσπάθεια, η οποία ολοκληρώνεται το 1600 π.Χ. Ο αιώνας που ακολουθεί ως το 1500 π.Χ. χαρακτηρίζεται ως ο χρυσός αιώνας του μινωικού πολιτισμού. Σε όλες τις εκδηλώσεις της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής σημειώνεται ακμή.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στις διάφορες μορφές τέχνης. Η αρχιτεκτονική, και ιδιαίτερα η αρχιτεκτονική των ανακτόρων, παρουσιάζει θαυμάσιες αισθητικά όσο και πρακτικά μορφές. Η ζωή και η τέχνη είναι στενά δεμένες με τη θρησκεία. Πάρα πολλά από τα δημιουργήματα της τέχνης είναι προορισμένα για τις ιερές τελετουργίες ή είναι αφιερωμένα στα ιερά.
Σε αυτήν την περίοδο της μεγάλης ακμής της η Κρήτη δεχόταν επιδράσεις από άλλους πολιτισμούς, όπως από τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο. Όλα όμως τα ξένα στοιχεία προσαρμόζονταν στη μινωική μορφή. Παράλληλα ο πολιτισμός και η τέχνη της Κρήτης αναγνωρίστηκε και θαυμάστηκε από τους γειτονικούς λαούς του Αιγαίου, στους οποίους είχαν επιβληθεί οι Κρητικοί με ειρηνικές διεισδύσεις. Οι αποικίες που είχαν ιδρύσει οι Κρητικοί θαλασσοκράτορες σε διάφορα σημεία της Μεσογείου, είναι μάλλον ευεργετικές για τους λαούς των περιοχών αυτών, αφού απολάμβαναν τα οφέλη του μινωικού πολιτισμού.
Κατά τη μετανακτορική περίοδο δύο διαδοχικές εκρήξεις του ηφαιστείου της Θήρας, που έγιναν γύρω στο 1500 π.Χ. η μία και στο 1450 π.Χ. η άλλη, προκάλεσαν την καταστροφή των μινωικών κέντρων. Τα περισσότερα από αυτά εγκαταλείφθηκαν και δεν ξαναχτίστηκαν, εκτός από το ανάκτορο της Κνωσού. Οι κεντρικές εξουσίες παρέλυσαν. Την ευκαιρία αυτή εκμεταλλεύτηκαν οι Μυκηναίοι και εγκαταστάθηκαν στην Κνωσό. Είναι άγνωστο όμως με ποιον τρόπο έγινε αυτή η εγκατάσταση. Η εξουσία είναι τώρα συγκεντρωμένη αποκλειστικά στην Κνωσό, όπου είναι ολοφάνερες οι μυκηναϊκές επιδράσεις. Λίγο μετά το 1400 π.Χ. καταστρέφεται οριστικά και το ανάκτορο της Κνωσού. Το γεγονός αυτό είναι και το μοιραίο πλήγμα για την ιστορία της μινωικής Κρήτης. Η ζωή συνεχίζεται, η παρακμή δεν είναι άμεση, αλλά σταδιακή. [GLi] Η Κρήτη, όμως, χάνει την ιστορική της πρωτοβουλία, γίνεται επαρχία του μυκηναϊκού κράτους και μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Γύρω στα 1150 π.Χ. εγκαταλείπονται οι περισσότεροι οικισμοί. Οι κάτοικοι αποσύρονται σε ορεινές περιοχές. Η ακτινοβολούσα μινωική Κρήτη παρακμάζει οριστικά. Η μνήμη όμως της ακτινοβολίας της είναι ζωντανή για πολλά χρόνια ακόμη. Ο Όμηρος αναφέρει στα έργα του την ισχυρή Κρήτη του Μίνωα.
Γύρω στο 1110 π.Χ., οπότε αρχίζει η λεγόμενη υπομινωική περίοδος (1100-1000 π.Χ.), η παρακμή του νησιού έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της. Νέες επιδρομές δωρικών φύλων σημειώνονται και καταλαμβάνουν την κεντρική Κρήτη, ενώ όσοι γλιτώνουν την υποδούλωση καταφεύγουν σε ορεινές περιοχές της ανατολικής Κρήτης, όπου χτίζουν πρόχειρους οικισμούς. Από τους οικισμούς αυτούς οι σπουδαιότεροι έχουν ανακαλυφθεί στο Καρφί του Λασιθίου, στο Βροχόκαστρο Μιραμπέλου και στο Καβούσι της Ιεράπετρας. Στις περιοχές αυτές ανακαλύφθηκαν αγγεία της εποχής αυτής, στα οποία βρίσκονται κάποια στοιχεία της παλιάς μινωικής τέχνης.
Ο επόμενος αιώνας, που ονομάζεται πρωτογεωμετρική περίοδος (1000-900 π.Χ.), χαρακτηρίζεται από τη γενίκευση της χρήσης του σιδήρου, όπως φανερώνουν τα αγγεία που βρέθηκαν στους τάφους της Φορτέτσας, κοντά στην Κνωσό. Παρόλο που συνεχίζεται ο ενταφιασμός των νεκρών, όλο και περισσότερο έδαφος κατακτά και η καύση. Η πλαστική και η χρυσοχοΐα δεν παρουσιάζουν καμιά ιδιαίτερη ανάπτυξη. Παρά τις ξένες επιδράσεις όμως σε όλους τους τομείς της κρητικής τέχνης διατηρούνται αρκετά μινωικά στοιχεία.
Με το τέλος της πρωτογεωμετρικής περιόδου αρχίζει η καθαυτό γεωμετρική και ανατολίζουσα περίοδος (900-650 π.Χ.). Οι μικροί οικισμοί της υπομινωικής περιόδου εγκαταλείπονται και αρχίζουν να σχηματίζονται μικρές πόλεις-κράτη, όπως η Δρήρος, η Αξός, η Ριζωνία (Πρινιάς). Από τις ανασκαφές των νεκροταφείων της περιόδου αυτής, ήρθαν στο φως πολλά ευρήματα, είδη κεραμικής και μεταλλοτεχνίας κυρίως.
Σε όλα φαίνεται έντονη η επίδραση της Ανατολής, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο. Τα σημαντικότερα νεκροταφεία της εποχής είναι της Φορτέτσας κοντά στην Κνωσό και το νεκροταφείο των Αρκάδων. Στο πρώτο βρέθηκαν μικρά αγγεία που χρησίμευαν για προσφορές στο νεκρό και ήταν συνήθως στερεωμένα πάνω σε ωοειδείς τεφροδόχους κάλπες διακοσμημένες με παραστάσεις από τη μυθολογία. Σημαντικές είναι και οι διακοσμημένες με τα ίδια θέματα χάλκινες ζώνες. Τα αγγεία του νεκροταφείου των Αρκάδων παρουσιάζουν εντονότερη ανατολική επίδραση. Αυτά έχουν συνήθως σχήμα κυλινδρικό και ημισφαιρικό. Δείγματα της τέχνης της εποχής αυτής είναι και οι χάλκινες ασπίδες με παραστάσεις που βρέθηκαν στο Ιδαίο Άντρο και που παρουσιάζουν και αυτές ξένη επίδραση. Περίφημη είναι η τεχνική που παρουσιάζει η χρυσοχοΐα της εποχής, όπως δείχνουν τα κοσμήματα που βρέθηκαν στην περιοχή της Κνωσού, σε ένα θολωτό τάφο του Τεκέ, παρόλο που υστερούν από τα μινωικά κοσμήματα.
Από τη γεωμετρική περίοδο δε σώθηκαν μνημειώδη γλυπτά. Από τα ειδώλια όμως που ανακαλύφθηκαν φαίνεται πως η κρητική σχολή γλυπτικής, που κατά την παράδοση ιδρύθηκε από το Δαίδαλο, γι’ αυτό λέγεται και δαιδαλική, είχε δεχτεί σημαντική επίδραση και από την τεχνική της Αιγύπτου.
Στα 20 πρώτα χρόνια της αρχαϊκής περιόδου (650-500 π.Χ.) σημειώνεται η μεγαλύτερη άνθηση της δαιδαλικής πλαστικής. Στον Πρινιά, στην Ελεύθερνα, στη Γόρτυνα, στη Δρήρο, στην Αξό βρέθηκαν τέτοια δείγματα. Από τα πιο εντυπωσιακά είναι οι καθιστές θεές και η ανάγλυφη πομπή των ιππέων-πολεμιστών στον Πρινιά, ο πώρινος κορμός της Ελεύθερνας, η πήλινη σίμη υδρορροής του Παλαίκαστρου, τα χάλκινα σφυρήλατα ειδώλια της Ακρόπολης της Δρήρου (με έντονη την παρουσία ανατολικών μορφών). Αυτά είναι ουσιαστικά και τα τελευταία δείγματα της ακμής της κρητικής τέχνης. Η δωρική αυστηρότητα στον τρόπο ζωής προκάλεσε σιγά σιγά τη διακοπή της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η κρητική τέχνη σβήνει και στη θέση της παρουσιάζονται μόνο απομιμήσεις ελλαδικής τεχνοτροπίας. Ο μόνος κλάδος που διατήρησε κάπως το παλιό του επίπεδο είναι η χρυσοχοΐα.
Οι κάτοικοι της Κρήτης ως το τέλος της αρχαϊκής περιόδου. Εκτός από τους κατοίκους της νεολιθικής εποχής, έχει επισημανθεί στην Κρήτη η παρουσία ενός φυλετικού τύπου, που εγκαταστάθηκε στο νησί γύρω στο 2600 π.Χ. Οι νεοφερμένοι, που προέρχονταν από τη νοτιοδυτική Μικρά Ασία, αφομοίωσαν τους παλιούς κατοίκους. Από την αφομοίωση προήλθαν οι Μινωίτες, οι δημιουργοί του λαμπρού κρητικού πολιτισμού. Στους τρεις τελευταίους αιώνες της χαλκοκρατίας, γύρω στην αρχή της μετανακτορικής περιόδου, έφτασαν σε πυκνά κύματα οι πρώτοι Αχαιοί, που απλώνονται προς όλες τις κατευθύνσεις στο νησί, καταλαμβάνοντας τα παλιά μινωικά κέντρα (όπως φανερώνουν οι μινωικού-αχαϊκού χαρακτήρα εγκαταστάσεις στην Αγία Τριάδα, στην Τύλισο, τη Φαιστό κ.α.) ή ιδρύονται νέα μυκηναϊκού χαρακτήρα. Οι Δωριείς, που μεταναστεύουν αργότερα, όπως και οι Μάγνητες, προέρχονται από τις περιοχές της Όσσας και του Πηλίου και συμπληρώνουν το μωσαϊκό του πληθυσμού. Αχαιοί, Δωριείς, Μάγνητες, Ετεόκρητες (οι απόγονοι των Μινωιτών), Κύδωνες είναι τώρα οι κάτοικοι της Κρήτης. Ως προς την ακριβή θέση και το χρόνο άφιξης των τελευταίων αυτών έχουν δημιουργηθεί πολλά προβλήματα, χωρίς κανένα από αυτά να έχει λυθεί ικανοποιητικά. Πρόκειται πιθανόν για ελληνικό φύλο, άγνωστο από αλλού.
Οι κατακτητές Δωριείς επέβαλαν στην Κρήτη ένα αυστηρό πολιτειακό σύστημα, που είχε πάρα πολλά κοινά με το σπαρτιατικό. Οι κάτοικοι χωρίστηκαν σε Περίοικους, Μινωίτες και Κλαρώτες ή Αφαμιώτες. Οι περίοικοι είναι όσοι δέχτηκαν τους εισβολείς Δωριείς χωρίς σοβαρή αντίσταση. Ζούσαν στα περίχωρα των πόλεων και μπορούσαν να κρατήσουν την περιουσία τους, αν πλήρωναν ορισμένους φόρους και αν έπαιρναν μέρος στους πολέμους ως υπηρέτες των Δωριέων. Μπορούσαν ακόμα να ζουν σύμφωνα με τους παλιούς θεσμούς τους, αρκεί να μην έρχονταν αυτοί σε αντίθεση με τους δωρικούς νόμους. Γενικά βρίσκονταν σε καλύτερη θέση από τους Περίοικους άλλων δωρικών πόλεων. Οι Μινωίτες ήταν όσοι αντιστάθηκαν σοβαρά στους εισβολείς.[GLi] Τα χωράφια τους είχαν περιέλθει στους Δωριείς, τα καλλιεργούσαν όμως οι ίδιοι και θεωρούνταν δούλοι του δημοσίου. Οι Αφαμιώτες ή Κλαρώτες βρίσκονταν στη χειρότερη από όλους θέση. Επειδή αντέταξαν τη σοβαρότερη αντίσταση στους εισβολείς, μοιράστηκαν μαζί με τα κτήματά τους στους Δωριείς με κλήρο και ήταν δούλοι των ιδιωτών, προσκολλημένοι στα κτήματα.
Το σύστημα της εξουσίας άλλαξε. Ο βασιλιάς αντικαταστάθηκε από μια ομάδα αιρετών αρχόντων, τον κόσμο. Ο αριθμός των μελών των κόσμων διέφερε από πόλη σε πόλη από 3-10 άτομα. Τα άτομα αυτά εκλέγονταν μόνο από ορισμένα γένη, από την τάξη των ιππέων –των διασημότερων από τους Δωριείς ελεύθερους πολίτες– και η εξουσία τους διαρκούσε ένα χρόνο. Οι κόσμοι διατήρησαν πολλές από τις αρμοδιότητες των βασιλιάδων και κυρίως την πολεμική ηγεσία. Οι δικαστικές αρμοδιότητες πέρασαν σε ειδικούς άρχοντες, που βρίσκονταν όμως κάτω από την εποπτεία των κόσμων. Οι τελευταίοι αυτοί πάλι είχαν την υποχρέωση να προβαίνουν σε ακριβή απολογισμό της διαχείρισής τους σε άλλους άρχοντες που λέγονταν τίται ή λογισταί. Η επανεκλογή των κόσμων απαγορευόταν για ένα διάστημα από 3 ως 10 χρόνια. Σε μεταγενέστερα κάπως χρόνια εμφανίζονται οι Βουλές και οι Εκκλησίες του δήμου. Τις Βουλές αποτελούσαν μέλη που προέρχονταν από τους πρώην κόσμους και ήταν ισόβια και ανεξέλεγκτα. Οι εκκλησίες του δήμου αποτελούνταν μόνο από τους αριστοκράτες ή και τους γαιοκτήμονες. Οι πολίτες χωρίζονταν σε εταιρείες που αποτελούσαν τμήματα φυλών. Γενικά υπήρχαν πολλές αντιστοιχίες ανάμεσα στην πολιτειακή και κοινωνική οργάνωση των Κρητικών της εποχής του 7ου-6ου αι. π.Χ. και των Σπαρτιατών. Οι κόσμοι αντιστοιχούσαν με τους εφόρους, οι Βουλές με τη Γερουσία. Εξάλλου υπήρχαν πολλές ομοιότητες ως προς την αγωγή των παιδιών και την κοινή συμβίωση των ενηλίκων.
Κλασικά χρόνια (479-336 π.Χ.). Σε όλη τη διάρκεια της κλασικής περιόδου επικρατεί στην Κρήτη αναταραχή. Οι συνεχείς πόλεμοι μεταξύ των κρητικών πόλεων και οι εσωτερικές επαναστάσεις δεν επέτρεπαν την ανάμειξη στις μεγάλες πολιτικές εξελίξεις και τους ανταγωνισμούς της υπόλοιπης Ελλάδας. Αλλά ούτε και καμιά από τις μεγάλες δυνάμεις, η Αθήνα δηλαδή και η Σπάρτη, επιδίωξε να πάρει την Κρήτη με το μέρος της.
Την εποχή αυτή δύο είναι οι πόλεις που πρωτοστατούν στην Κρήτη, η Γόρτυνα και η Κνωσός, και οι δύο στην κεντρική Κρήτη. Αν ληφθεί υπόψη η πληροφορία που μας δίνει μια επιγραφή της Μιλήτου του 293/2 π.Χ., κατά την οποία υπήρχαν τότε στην Κρήτη τρεις ενώσεις πόλεων, της Κνωσού με 20 πόλεις, της Γόρτυνας με 5 πόλεις και της Φαιστού με 3 πόλεις, μπορούμε να συμπεράνουμε πως τέτοιες ενώσεις πόλεων θα υπήρχαν και τον 5ο και 4ο αι. π.Χ. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από την πληροφορία του Θουκυδίδη, σύμφωνα με την οποία οι Γορτύνιοι προσκάλεσαν Αθηναίους να καταλάβουν την κρητική πόλη Κυδωνία το 429 π.Χ., ασφαλώς γιατί ήθελαν να επεκτείνουν και στην πόλη αυτή την ένωσή τους. Η επιχείρηση όμως αυτή δεν είχε καμιά επιτυχία. Στον 4ο αι. π.Χ. οι Κνώσιοι προσκάλεσαν μισθοφόρους από το Ταίναρο για να τους βοηθήσουν στην κατάληψη της Λύκτου, πόλης της περιοχής της Κνωσού. Ενώ οι 8.000 μισθοφόροι κατάφεραν να καταλάβουν την πόλη και να εκτοπίσουν τους κατοίκους της, ήρθαν σε βοήθεια των Λυκτίων Λακεδαιμόνιοι (η Λύκτος θεωρούνταν αποικία τους) και καταδίωξαν τους μισθοφόρους. Οι τελευταίοι αυτοί στράφηκαν κατά της πλούσιας Κυδωνίας, πιθανόν έπειτα από προτροπή των Κνωσίων, χωρίς όμως και να πετύχουν την κατάληψή της.
Ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια (336 π.Χ.-324 μ.Χ.). Δεν έχουμε πολλές πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατεί στην Κρήτη στα ελληνιστικά χρόνια. Πάντως το 334 π.Χ. βρίσκουμε στο εκστρατευτικό σώμα που οδηγεί ο Μ. Αλέξανδρος κατά των Περσών, πολλούς Κρητικούς τοξότες μισθοφόρους. Και άλλες φορές άλλωστε Κρητικοί τοξότες είχαν στρατολογηθεί σε μισθοφορικά στρατεύματα έξω από το νησί τους και μάλιστα φαίνεται πως ήταν περιζήτητοι. Στην Κρήτη από τον 4ο και κυρίως τον 3ο αι. π.Χ. γίνονται σκληροί αγώνες, που έχουν ως αφορμή την επικυριαρχία των δύο μεγαλύτερων κρητικών πόλεων, της Κνωσού και της Γόρτυνας. Στα μέσα περίπου του 3ου π.Χ. αι. οι δύο πόλεις συμμαχούν και έχουν στην κυριαρχία τους όλες τις άλλες πόλεις της Κρήτης. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η πόλη Λύκτος, που αρνήθηκε να αναγνωρίσει την επικυριαρχία της Κνωσού και της Γόρτυνας (220 π.Χ. περίπου). Το παράδειγμα της Κύκτου, που κατά την παράδοση ήταν η αρχαιότερη πόλη της Κρήτης ακολούθησαν σε λίγο και άλλες πόλεις, όπως η Λάππα, η Πολυρρηνία και άλλες μικρότερες. Τότε οι Κνώσιοι ζήτησαν από τους Αιτωλούς ενισχύσεις και με τους 1.000 άντρες που τους έστειλαν εκείνοι πέτυχαν να καταστρέψουν τη Λύκτο, επωφελούμενοι και από την απουσία όλων των μάχιμων αντρών της Λύκτου, οι οποίοι είχαν εκστρατεύσει κατά της Ιεράπυτνας. Μετά την καταστροφή της Λύκτου, η Πολυρρηνία και η Λάππα ζήτησαν τη βοήθεια του Φιλίππου Ε’ της Μακεδονίας και εξέφρασαν μάλιστα την επιθυμία να γίνουν μέλη της Κοινής Συμμαχίας. Ο Φίλιππος έστειλε αμέσως στην Κρήτη δύναμη 500 αντρών, με τη βοήθεια των οποίων οι Λαππαίοι και οι Πολυρρήνιοι κατάφεραν να αποσπάσουν από την Κνωσό τις πόλεις Άπτερα, Κυδωνίες και Ελεύθερνα. Με τον τρόπο όμως αυτόν ο Φίλιππος είχε επέμβει στα εσωτερικά των κρητικών πόλεων. Το 205/4 π.Χ. υποκίνησε τις πόλεις της Ανατολικής Κρήτης σε πόλεμο κατά των Ροδίων, το λεγόμενο κρητικό πόλεμο, επιδιώκοντας να επεκτείνει την κυριαρχία του στα νησιά του Αιγαίου και φροντίζοντας να μην πολεμήσει ο ίδιος φανερά εναντίον τους, αφού είχε έλλειψη στόλου. Το δόλωμα που χρησιμοποίησε ο Φίλιππος Ε’ για τους Κρητικούς ήταν ότι με την καταπολέμηση της πειρατείας από μέρους των Ροδίων βλάπτονταν σοβαρά τα κρητικά συμφέροντα, αφού, εκτός από τα πειρατικά πλοία που διέθεταν, ένα μεγάλο μέρος από τα έσοδά του προέρχονταν από τις συναλλαγές του με τους πειρατές. Παρ’ όλα αυτά οι Κρητικοί δεν αντιμετώπισαν με σοβαρότητα τον πόλεμο κατά των Ροδίων και έπειτα από μερικές αποτυχίες τον εγκατέλειψαν. Τέσσερα χρόνια αργότερα επενέβη και πάλι ο Φίλιππος στα πράγματα της Κρήτης, όταν σε έναν καινούριο εμφύλιο πόλεμο οι Γορτύνιοι τον προσκάλεσαν για να του αναθέσουν τη στρατηγία. Ενώ ολόκληρη η Κρήτη συνταραζόταν από τις συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων πόλεων και τα παράλιά της υπέφεραν από τις πειρατικές επιδρομές, οι Γορτύνιοι συμμάχησαν με τους Κνωσίους και κήρυξαν τον πόλεμο κατά των Κυδωνιατών και των συμμάχων τους (190 π.Χ.).
Ένα χρόνο αργότερα οι Ρωμαίοι επενέβησαν στα εσωτερικά του νησιού. Με το πρόσχημα ότι προσπαθεί να ελευθερώσει Ρωμαίους αιχμαλώτους, τους οποίους είχαν συλλάβει Κρητικοί πειρατές, ρωμαϊκός στόλος έπλευσε στην Κρήτη. Η πρώτη όμως αυτή εμφάνιση των Ρωμαίων δε φόβισε τους Κρητικούς. Μόνο οι Γορτύνιοι δέχτηκαν να παραδώσουν τους αιχμαλώτους τους. Μετά το γεγονός αυτό οι Ρωμαίοι έστελναν συνέχεια στην Κρήτη μεσολαβητές για να ρυθμίζουν τις διαφορές σε κάθε καινούρια σύγκρουση μεταξύ των κρητικών πόλεων.[GLi] Γύρω στο 170 π.Χ. ένας άλλος ξένος ηγέτης επενέβη στις υποθέσεις της Κρήτης. Είναι ο Ευμένης Β’ της Περγάμου, που έστειλε βοήθεια 300 αντρών για τον εναντίον της Γόρτυνας πόλεμο των Κυδωνιών. Ενώ επικρατούσε στο νησί αυτή η κατάσταση με συνεχείς εμφύλιους σπαραγμούς και επεμβάσεις ξένων, οι Ρωμαίοι αποφάσισαν την κατάληψη της Κρήτης με πρόφαση τις φιλικές σχέσεις των Κρητικών και τους Κίλικες πειρατές και το βασιλιά του[GLi] Πόντου Μιθριδάτη. Παρά τις πρώτες αποτυχίες του ρωμαϊκού στόλου, που με αρχηγό το Μάρκο Αντώνιο υπέστη μεγάλη καταστροφή από τα κρητικά πλοία μεταξύ του Ηρακλείου και του νησιού Δία, η Ρώμη δεν υποχώρησε. Από το 120 π.Χ. περίπου επανειλημμένες επιχειρήσεις κατά των κρητικών ακτών, όπως άλλωστε και των άλλων ακτών της Μεσογείου, απέβλεπαν στο ξεκαθάρισμα των πειρατών. Τελικά ο Κόιντος Καικίλιος Μέτελλος κατάφερε από το 69-67 π.χ. να ξεκαθαρίσει τα παράλια της Κρήτης από τους πειρατές και να υποτάξει τελικά ολόκληρο το νησί. Το 67 π.Χ. σύμφωνα με απόφαση της ρωμαϊκής συγκλήτου, η Κρήτη συμπεριλήφθηκε στη ρωμαϊκή επαρχία της Κυρηναϊκής. Ο ανώτατος Ρωμαίος διοικητής και γενικά οι αρχές του νησιού έμεναν στη Γόρτυνα, η οποία και παρουσίασε μεγάλη ανάπτυξη εμπορική και πολιτιστική στα ρωμαϊκά χρόνια και στολίστηκε με λαμπρά οικοδομήματα. Οι Ρωμαίοι επίσης τίμησαν τους κατοίκους και άλλων μεγάλων κρητικών πόλεων, ενώ ταπείνωσαν τους Κνωσίους και τους Κυδωνιάτες τιμωρώντας τους έτσι για τη μεγάλη αντίσταση που προέβαλαν.
Η Κρήτη στα βυζαντινά χρόνια. Στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. η Κρήτη αποτέλεσε θέμα του Ιλλυρικού. Με τη διαίρεση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έγινε τμήμα του Δυτικού Βυζαντινού κράτους στην αρχή και έπειτα του Ανατολικού. Από τα μέσα του 7ου αι. άρχισαν καταστροφικές επιδρομές των Αράβων, οι οποίοι το 824 κατέλαβαν ολοκληρωτικά το νησί. Με αρχηγό τους τον Απόχαψη (Αμπού Χαψ Ομάρ) Άραβες Σαρακηνοί από την Ισπανία, έπειτα από άγρια επιδρομή στο εσωτερικό του νησιού, πέτυχαν να το καταλάβουν εύκολα, εκτός από μια σοβαρή αντίσταση που συνάντησαν στη Γόρτυνα, την οποία και κατέστρεψαν τελικά. Ίδρυσαν τότε καινούρια πρωτεύουσα, το Χάνδακα.
Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Β’ Τραυλός άρχισε τις προσπάθειες για την ανακατάληψη του νησιού, που όλες όμως είχαν αρνητικά αποτελέσματα. Κάθε εκστρατεία των Βυζαντινών έληγε με μια καταστροφική ήττα. Τα ίδια αποτελέσματα είχαν και οι προσπάθειες των διαδόχων του Μιχαήλ Β’. Οι Σαρακηνοί είχαν εδραιώσει την κυριαρχία τους στην Κρήτη.
Το 960 επί αυτοκρατορίας του Ρωμανού Β’ προετοιμάστηκε μια καινούρια μεγάλη εκστρατεία για την ανάκτηση της Κρήτης, που έμελλε να απαλλάξει το νησί από 136 χρόνων αραβοκρατία. Αρχηγός της εκστρατείας ήταν ο Νικηφόρος Φωκάς. Έπειτα από μια συνδυασμένη επίθεση του βυζαντινού στρατού και στόλου και μετά από πολύμηνη πολιορκία, κυριεύτηκε ο Χάνδακας, η πρωτεύουσα των Σαρακηνών. Από τότε και ως το 1204 η Κρήτη πέρασε μια περίοδο γαλήνης και ευημερίας. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204) η Κρήτη παραχωρήθηκε στο Βονιφάτιο το Μομφερατικό, ο οποίος την πούλησε στους Ενετούς. Δύο χρόνια αργότερα (1206) έγιναν κύριοι όλου του νησιού και εγκατέστησαν φρουρές σε επίκαιρα σημεία. Μια επίθεση των Γενουατών, οι οποίοι απέβλεπαν στην κατάκτηση του νησιού, προκάλεσε τον πανικό των Ενετών φρουρών και την παράδοσή τους. Η κατάσταση όμως αυτή κράτησε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Πολυάριθμος στρατός και στόλος των Ενετών ανάγκασε τους Γενουάτες να τους παραδώσουν το νησί. Έτσι οι Ενετοί εδραίωσαν την κυριαρχία τους στην Κρήτη. Διαίρεσαν το νησί σε 4 τμήματα-επαρχίες (Σητείας, Χάνδακα, Ρεθύμνου, Χανίων), σε καθένα από τα οποία είχε την έδρα του ένας υποδιοικητής. Ο διοικητής έδρευε στο Χάνδακα, που παρέμεινε η πρωτεύουσα της Κρήτης. Η ορθόδοξη θρησκεία των κατοίκων και τα μοναστήρια τους διατηρήθηκαν, ο μητροπολίτης όμως αντικαταστάθηκε από αντιπρόσωπο του πάπα. Επίσης, για να ενισχυθεί η ενετική κυριαρχία, εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη Ενετοί άποικοι, που πήραν μεγάλες εκτάσεις κρητικής γης.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις των Κρητικών κατά των Ενετών. Άρχισε έτσι μια σειρά από επαναστάσεις, στις οποίες για να αντεπεξέλθουν οι Ενετοί αναγκάστηκαν επανειλημμένα να ζητήσουν τη βοήθεια των Ναξίων. Τελικά, παρ’ όλες τις προσπάθειες των Κρητικών να αποτινάξουν την ενετική κυριαρχία, οι Ενετοί πέτυχαν να κρατήσουν την Κρήτη ως το 17ο αι., οπότε την κυρίεψαν οι Τούρκοι (1669). Παρ’ όλες τις επαναστάσεις όμως και τις ταραχές στα χρόνια της ενετοκρατίας, δημιουργήθηκε στην Κρήτη και ένα μεγάλο κίνημα ανάπτυξης στον τομέα του πολιτισμού. Η τέχνη και η λογοτεχνία έδωσαν θαυμάσια δείγματα της συνύπαρξης του κρητικού-βυζαντινού πνεύματος και των ιδεών της ιταλικής αναγέννησης. το 16ο αι. ακμάζει στην Κρήτη η λεγόμενη κρητική σχολή και στον τομέα της ζωγραφικής, αλλά και της λογοτεχνίας.
Στα μέσα του 17ου αι. οι Τούρκοι προσβάλλουν για πρώτη φορά τα Χανιά (1645), που έπεσαν έπειτα από σύντομη πολιορκία. Τον επόμενο χρόνο ακολουθεί το Ρέθυμνο, που έχει την ίδια τύχη. Το 1648 αρχίζει η πολιορκία του Χάνδακα, που κράτησε 21 ολόκληρα χρόνια και στοίχισε πολλές απώλειες και στις δύο πλευρές. Τελικά το Σεπτέμβριο του 1669 ο Ενετός διοικητής της Κρήτης Φ. Μοροζίνι παρέδωσε με συνθήκη την πρωτεύουσα του νησιού. Σύμφωνα με τη συνθήκη αυτή, οι Ενετοί μπορούσαν να διατηρήσουν τα φρούριά τους στη Σπιναλόγκα, τη Γραμβούσα και τη Σούδα. Μετά την πτώση του Ηρακλείου, ολόκληρο το νησί περιήλθε στα χέρια των Τούρκων.
Οι καινούριοι κατακτητές χώρισαν το νησί σε τρία τμήματα (σαντζάκια) των Χανίων, της Ρέθυμνας και του Χάνδακα με έδρες τις ομώνυμες πόλεις. Η κατάσταση του πληθυσμού ήταν απελπιστική. Καλλιεργούσαν τη γη τους, που τώρα ήταν μοιρασμένη στους Τούρκους αξιωματούχους, ως δουλοπάροικοι και έδιναν το ένα τρίτο των ακαθάριστων εσόδων στον κατακτητή. Εκτός από αυτό, μπορούσαν κάθε στιγμή να υποστούν κάθε είδους ταπείνωση από τον οποιοδήποτε Τούρκο. Πολλοί Κρητικοί εγκατέλειψαν τον τόπο τους φεύγοντας στην ηπειρωτική Ελλάδα ή το εξωτερικό. Αρκετοί κατέφυγαν στα ενετικά φρούρια και τις κορυφές του Ψηλορείτη και των Λευκών ορέων και άρχισαν με επιδρομές να ενοχλούν τους Τούρκους. Ήταν δηλαδή ό,τι οι κλέφτες και αρματολοί της ηπειρωτικής Ελλάδας. Προσπάθεια των Ενετών, που έγινε το 1692, να πολιορκήσουν τα Χανιά, αφού προηγουμένως είχαν καταλάβει το φρούριο της Κισσάμου, απέτυχε και οδήγησε στην κατάληψη από τους Τούρκους των τριών ενετικών φρουρίων και σε σκληρά αντίποινα κατά του πληθυσμού, ο οποίος είχε βοηθήσει τους Ενετούς. Λίγο αργότερα η μαρτυρική καταπίεση και η υπόσχεση ρωσικής βοήθειας –η Ρωσία βρισκόταν τότε σε πόλεμο με τους Τούρκους– έκανε τους Σφακιανούς, οι οποίοι ήταν οι μόνοι που διατηρούσαν την αυτονομία τους από τα χρόνια της ενετοκρατίας, να ξεσηκωθούν κατά των Τούρκων. Στις 25 Μαρτίου 1770 ύψωσαν τη σημαία της επανάστασης. Αρχηγός της επανάστασης ήταν ο Ανωπολίτης Ιωάννης Βλάχος ή Δασκαλογιάννης. Η ρωσική βοήθεια όμως δεν ήρθε ποτέ και οι Τούρκοι, παίρνοντας θάρρος, εξαπέλυσαν μια τρομερή επίθεση κατά των επαναστατών. Πολύ γρήγορα το κίνημα καταπνίγηκε στο αίμα.
Όταν το 1821 ξέσπασε η επανάσταση στην υπόλοιπη Ελλάδα, στην Κρήτη επικρατούσε αφόρητη κατάσταση. Ενθαρρυμένοι οι Κρητικοί από τον αγώνα των άλλων Ελλήνων, ύψωσαν τη σημαία της επανάστασης στα Σφακιά τον Απρίλιο του 1821. Αφού εφοδιάστηκαν με όπλα και πυρομαχικά από την Ύδρα, άρχισαν σειρά από επιτυχημένους αγώνες, που σιγά σιγά απλώθηκαν σε όλο το νησί. Η μία επιτυχία διαδεχόταν την άλλη και οι Τούρκοι, παρά την αριθμητική τους υπεροχή, αναγκάζονταν να παραδίνουν ένα ένα τα οχυρά τους. Η τροπή του αγώνα προκάλεσε τις ανησυχίες του σουλτάνου, ο οποίος καθώς ήταν απασχολημένος με την καταστολή της επανάστασης στην ηπειρωτική Ελλάδα, ζήτησε από το Μωχάμετ Άλι της Αιγύπτου να καταστείλει την επανάσταση της Κρήτης. Το Μάιο του 1822 οι πρώτες αιγυπτιακές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στη Σούδα. Άρχισε τότε νέα τροπή του αγώνα. Οι Αιγύπτιοι αντιμετώπιζαν πολλές δυσκολίες και είχαν πολλές απώλειες, μα σημείωναν και σημαντικές νίκες.[GLi] Στο μεταξύ ο πληθυσμός της Κρήτης είχε μεγάλες απώλειες και έλλειψη πολεμοφοδίων. Αντίθετα, όλο και νέες δυνάμεις έρχονταν από την Αίγυπτο για να ενισχύσουν τους Τουρκοαιγύπτιους. Έτσι το 1824 η επανάσταση στην Κρήτη είχε κατασταλεί. Ένα χρόνο αργότερα ένας μεγάλος αριθμός Κρητικών, που είχαν εγκαταλείψει την Κρήτη, επέστρεψαν και άρχισαν πάλι τον αγώνα. Στη δεύτερη αυτή περίοδο της επανάστασης που ξεκίνησε και πάλι από τη δυτική Κρήτη για να απλωθεί γρήγορα σε ολόκληρο το νησί, οι Κρητικοί σημείωσαν πολλές νίκες. Από το 1828 αρχηγός των επαναστατών έγινε ο Χατζή Μιχάλης Νταλιάνης, που με έδρα το Φραγκοκάστελλο των Σφακιών οργάνωσε πετυχημένες επιθέσεις κατά των Τούρκων. Ο θάνατός του, που συνέβη λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, δεν πτόησε τους αγωνιζόμενους Κρητικούς. Σχεδόν ολόκληρη η Κρήτη βρισκόταν κάτω από τον έλεγχό τους. Παρ’ όλα αυτά, όταν η Ελλάδα ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη με το πρωτόκολλο του Λονδίνου (Φεβρουάριος 1830), η Κρήτη βρισκόταν έξω από τα ελληνικά σύνορα. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου παραχωρήθηκε ή μάλλον πουλήθηκε στο Μωχάμετ Άλι της Αιγύπτου. Ο καινούριος δυνάστης επέβαλε στους κατοίκους βαρύτατη φορολογία και δήμευσε τις εύφορες περιοχές. Η διαμαρτυρία των κατοίκων προς τις προστάτριες δυνάμεις δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Η αιγυπτιακή κατοχή συνεχίστηκε ως το 1840, οπότε, έπειτα από την αποτυχία της εξέγερσης του Μωχάμετ Άλι κατά του σουλτάνου της Κωνσταντινούπολης, ο Αιγύπτιος ηγέτης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη, η οποία ξαναγύρισε στην τουρκική κατοχή. Ένα χρόνο αργότερα κατέβηκαν από την υπόλοιπη Ελλάδα Κρητικοί και άλλοι εθελοντές και έπειτα από συνέλευση με τους οπλαρχηγούς της Κρήτης (Απρίλιος 1841) πήραν τα όπλα, ζητώντας την ένωση με την Ελλάδα. Έπειτα από μικρές αρχικά νίκες των επαναστατών, τουρκικά στίφη ανάγκασαν τους οπλαρχηγούς να σταματήσουν τον αγώνα, αφού προηγουμένως ζήτησαν τη μεσολάβηση των Δυνάμεων για τη διάσωση του άμαχου πληθυσμού.
Το 1858 μια καινούρια εξέγερση ξεκίνησε από τους Λάκκους της Κυδωνίας, με αρχηγό τον Εμμανουήλ Μαυρογένη. Αποτέλεσμα αυτής ήταν να εκδοθεί λίγους μήνες αργότερα σουλτανικό φιρμάνι, με το οποίο μειώνονταν οι φόροι, επιτρεπόταν η διατήρηση όπλων και δινόταν γενική αμνηστία. Η ευνοϊκή όμως αυτή κατάσταση κράτησε μόνο για λίγο. Το 1860 καινούριοι φόροι και νέα καταπιεστικά μέτρα προκάλεσαν την αγανάκτηση των κατοίκων και προετοίμασαν τη μεγάλη επανάσταση του 1866.
Το καλοκαίρι του 1866 οι Κρητικοί έστειλαν στο σουλτάνο έντονη διαμαρτυρία. Σε απάντηση όμως εκείνος αποβίβασε στο νησί μεγάλη δύναμη τακτικού αιγυπτιακού στρατού, ο οποίος κυρίευσε τις Βρύσες. Η ενέργεια αυτή του σουλτάνου προκάλεσε τη γενική αγανάκτηση και στην Κρήτη, αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, όπου άρχισαν να σχηματίζονται εθελοντικά σώματα για την ενίσχυση των αγωνιζόμενων Κρητικών. Οι πρώτες επαναστατικές επιθέσεις άρχισαν τον Αύγουστο του 1866. Μια σειρά από συνεχείς νίκες των Ελλήνων προκάλεσαν τον ενθουσιασμό στους επαναστάτες, αλλά και την ανησυχία του σουλτάνου, ο οποίος ζήτησε το σταμάτημα του πολέμου, με την υπόσχεση ότι θα παραχωρήσει προνόμια.
Επειδή όμως η πρότασή του δεν έγινε δεκτή, ενισχυμένες τουρκικές δυνάμεις πρόσβαλαν τους επαναστάτες σε διάφορα σημεία και κατέστρεψαν τα χωριά της Κυδωνίας Θέρισο, Μεσκλά και Λάκκους (Σεπτέμβριος 1866). Ένα μήνα αργότερα νίκησαν ολοκληρωτικά τις ελληνικές δυνάμεις, αρχηγός των οποίων ήταν ο Ιωάννης Ζυμβρακάκης, στο Βαφέ και κατέπνιξαν έτσι το κίνημα στη δυτική Κρήτη. [GLi]Το Νοέμβριο του 1866 ο τουρκικός στρατός έφτασε στο Ρέθυμνο. Στο μεταξύ, επαναστατική επιτροπή βρισκόταν στη μονή του Αρκαδίου, απ’ όπου διεύθυνε τον αγώνα. Μετά την άρνηση του ηγούμενου Γαβριήλ να παραδώσει την επιτροπή, άρχισε η πολιορκία της μονής, που κατέληξε σε ολοκαύτωμα.
Μετά την πτώση του Αρκαδίου οι Τούρκοι κατευθύνθηκαν προς τα Χανιά. Η Γενική Συνέλευση των Κρητικών διόρισε προσωρινή κυβέρνηση του νησιού και ζήτησε τη βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων στον κρητικό αγώνα.
Τον Απρίλιο του 1867 άρχισε μια νέα και ακόμα πιο σκληρή αυτή τη φορά φάση της επανάστασης. Μεγάλες δυνάμεις των Τούρκων αποβιβάζονταν κάθε τόσο στην Κρήτη και ο αγώνας εξαπλώθηκε σε ολόκληρο το νησί. Πολλές ήταν οι απώλειες των επαναστατών, αλλά και των Τούρκων. Το καλοκαίρι του 1868 εξαντλημένοι πια οι επαναστάτες ζήτησαν τη μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων για τον τερματισμό του πολέμου και την ανακήρυξη της αυτονομίας της Κρήτης.
Πράγματι, τον Ιανουάριο του 1869 έληξε η επανάσταση. Οι εχθροπραξίες όμως συνεχίστηκαν και μάλιστα εντάθηκαν το 1878, οπότε έπειτα από ενέργειες των Μεγάλων Δυνάμεων, υπογράφτηκε μεταξύ των επαναστατών και του σουλτάνου ο «Συνταγματικός Χάρτης της Χαλέπας» (15 Οκτωβρίου 1878), σύμφωνα με τον οποίο παραχωρούνταν στους Κρητικούς αυτοδιοίκηση και ελευθερία γλώσσας και θρησκείας.
Οι Τούρκοι, όμως, έπειτα από λίγο καιρό, παραβίασαν τη συνθήκη αυτή και οι Κρητικοί επαναστάτησαν πάλι το Μάιο του 1889 και κήρυξαν την ένωση με την Ελλάδα. Ο σουλτάνος, για να αποφύγει καινούριες απώλειες και ταλαιπωρίες του στρατού του, διόρισε το 1894 γενικό διοικητή χριστιανό, ο οποίος τον Απρίλιο του επόμενου χρόνου προκήρυξε εκλογές. Το Σεπτέμβριο του 1895, με την άρνηση του σουλτάνου να επαναφέρει στο νησί τα παλιά προνόμια, ξέσπασε καινούρια εξέγερση. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε ως το 1897, οπότε ξέσπασε ο ελληνοτουρκικός πόλεμος. Το Νοέμβριο του 1898 η Τουρκία αναγκάστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να αποσύρει τα στρατεύματά της από την Κρήτη. Ένα μήνα αργότερα έφτασε στη Σούδα ο πρίγκιπας Γεώργιος ως ύπατος αρμοστής της Κρήτης.
Η λύση, όμως, που δόθηκε ελάχιστα ικανοποίησε το λαό της Κρήτης, καθώς διορίστηκε ύπατος αρμοστής του νησιού ο πρίγκιπας Γεώργιος που διαδραμάτισε σκοτεινό ρόλο· επιδιώκοντας την παγίωση της θέσης και την εξυπηρέτηση των «προστάτιδων» δυνάμεων, παρεμπόδιζε τις διαδικασίες για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, προτιμώντας την ίδρυση ενός ανεξάρτητου βασιλείου. Αυτό τον έφερε σε σύγκρουση με τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του κρητικού λαού και κυρίως με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος το Μάρτιο του 1905 κήρυξε το κίνημα του Θέρισου.
Το Σεπτέμβριο του 1908 οι Κρητικοί κατάργησαν την αρμοστεία, κήρυξαν την ένωση με την Ελλάδα και ύψωσαν την ελληνική σημαία στο φρούριο του Φιρκά. Την κυβέρνηση του νησιού ανέλαβε προσωρινά εκλεγμένη πενταμελής επιτροπή «εν ονόματι του βασιλέως των Ελλήνων». Οι Δυνάμεις, όμως, απαίτησαν την υποστολή της ελληνικής σημαίας και έπειτα από άρνηση των Κρητικών, δύναμη Ευρωπαίων έπλευσε στα Χανιά και κατέβασε τη σημαία. Προκλήθηκε έτσι η επανάσταση του 1909. Στις εκλογές του 1910 πλειοψήφησε ο Ελ. Βενιζέλος μαζί με τους Β. Σκουλά και Μυλωνογιαννάκη. Λίγους μήνες αργότερα όμως ο Βενιζέλος κλήθηκε από το Στρατιωτικό Σύνδεσμο Αθηνών και έφυγε από την Κρήτη για να αναλάβει την πρωθυπουργία της Ελλάδας. Δύο χρόνια αργότερα οι αντιπρόσωποι της Κρήτης παίρνουν για πρώτη φορά μέρος στην ελληνική βουλή (1η Οκτωβρίου 1912). Μετά το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου και την υπογραφή της συνθήκης μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας (1/14 Νοεμβρίου 1913) η Κρήτη προσαρτήθηκε τελικά στην Ελλάδα. Η ελληνική σημαία υψώθηκε επίσημα στο Φιρκά από το βασιλιά Κωνσταντίνο και τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο την 1η Δεκεμβρίου 1913.
Η Μάχη της Κρήτης (20-31 Μαΐου 1941). [GLi]Έτσι είναι γνωστή η επιχείρηση της κατάληψης της Κρήτης από τους Γερμανούς στη διάρκεια του β’ παγκόσμιου πολέμου. Μετά την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941, στόχος των Γερμανών ήταν η Κρήτη. Την άμυνα του νησιού είχαν αναλάβει 11.500 Έλληνες στρατιώτες και 30.000 άντρες των βρετανικών δυνάμεων (Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί). Το πρωί της 20ής Μαΐου άρχισε στην περιοχή των Χανίων ένας τρομερός δίωρος αεροπορικός βομβαρδισμός. Στόχος των Γερμανών ήταν το αεροδρόμιο Μάλεμε, τα Χανιά και η Σούδα. Μετά το βομβαρδισμό ρίχτηκαν στην περιοχή του Μάλεμε αλεξιπτωτιστές, οι οποίοι όμως απέτυχαν να καταλάβουν το αεροδρόμιο και οι περισσότεροι σκοτώθηκαν. Την επόμενη το εγχείρημα επαναλήφθηκε με στόχο και πάλι το Μάλεμε. Αυτή τη φορά, έπειτα από σκληρό αγώνα, το αεροδρόμιο κυριεύτηκε. Ύστερα από αυτό ισχυρές γερμανικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στο νησί και άρχισε η κατάληψη των κυριότερων αεροδρομίων και άλλων στρατηγικών θέσεων. Η σύγκρουση συνεχίστηκε ως τις 27 Μαΐου, οπότε το πολεμικό συμβούλιο του Λονδίνου διέταξε τις βρετανικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν το νησί. Άρχισε τότε η συγκέντρωσε των συμμαχικών στρατευμάτων στα Σφακιά, απ’ όπου βρετανικά πλοία ανέλαβαν τη μεταφορά τους στη Μέση Ανατολή.
Στη μάχη της Κρήτης οι κάτοικοι του νησιού έδειξαν απαράμιλλο θάρρος, πολεμώντας κοντά στον τακτικό ελληνικό και συμμαχικό στρατό. Οι απώλειες ήταν μεγάλες. Κυρίως όμως οι απώλειες των Γερμανών ήταν τρομακτικές σε άντρες, αεροπλάνα και πλοία. Η μεγάλη αυτή από αέρα επίθεση των Γερμανών και οι τόσες καταστροφές που υπέστησαν, τους έκαναν να μην επιχειρήσουν ξανά τέτοιου είδους επιχείρηση. Μετά την εκκένωση της Κρήτης από τα συμμαχικά στρατεύματα, συνεχίστηκε η κατάληψη του νησιού που ολοκληρώθηκε στις 31 Μαΐου 1941 με την παράδοση των δυνάμεων που είχαν αποκλειστεί στο νησί. Άρχισε τότε η γερμανική κατοχή και μία σειρά από ομαδικές εκτελέσεις κατοίκων, σε αντίποινα για την πραγματικά επική τους αντίσταση. Η κατοχή συνεχίστηκε ως τον Απρίλιο του 1944, οπότε ο στρατηγός Κράιπε, διοικητής της Κρήτης, αιχμαλωτίστηκε από τους Κρητικούς αντάρτες και μεταφέρθηκε στο Λονδίνο. Έπειτα από λίγους μήνες οι Γερμανοί εγκατέλειψαν οριστικά το νησί.[GLi]

Επιμέλεια Άρθρου : Γεώργιος Λυμπερόπουλος