Κάθε πρόσωπο που κρατείται ως εγγύηση, για την εκτέλεση ορισμένων συμφωνιών ή μιας συνθήκης από μέρους του κράτους στο οποίο ανήκει ή των συμπολιτών του.
Κατά την αρχαιότητα η ομηρία υπήρχε ως πολιτική συνήθεια και εξακολούθησε να [GLi] υφίσταται και κατά το μεσαίωνα. Στα νεότερα χρόνια προοδευτικά είχε εγκαταλειφτεί, αν και εφαρμόστηκε στους δύο παγκόσμιους πολέμους, παρά την αντίθεση της νομικής θεωρίας, με σκοπό να εξασφαλιστεί η υποταγή του κατεχόμενου πληθυσμού.
Μετά το β’ παγκόσμιο πόλεμο και την απάνθρωπη συμπεριφορά των ναζιστικών στρατευμάτων, που δε δίστασαν να εκτελέσουν τους ομήρους τους, απαγορεύτηκε η σύλληψη και η καταδίκη σε θάνατο των ομήρων με τη σύμβαση της Γενεύης, το 1949. Κάθε παραβίαση της σύμβασης αυτής έχει ως αποτέλεσμα την ευθύνη του κράτους διεθνώς και την επιβολή των κυρώσεων εκείνων που έχουν καθοριστεί για τους εγκληματίες πολέμου.
Επιμέλεια Άρθρου : Γεώργιος Λυμπερόπουλος