Το κυνήγι ήταν η βασική πηγή εξασφάλισης τροφής για τον άνθρωπο στις προϊστορικές κοινωνίες και εξακολούθησε να είναι και μέχρι και στη σύγχρονη εποχή για τους πρωτόγονους και τους νομαδικούς λαούς.
Σε όλες τις ιστορικές περιόδους οι κυνηγετικές φυλές βρίσκονταν σε προγενέστερο στάδιο ανάπτυξης από ότι οι φυλές που ζούσαν από τη γεωργία ή την κτηνοτροφία. [GLi] Συνήθως ήταν υποχρεωμένες να μετακινούνται, για να ακολουθούν τα θηράματα στις εποχικές μεταναστεύσεις τους (νομαδικές φυλές), γεγονός που τις εμπόδιζε να έχουν μόνιμη εγκατάσταση και να περάσουν σε ένα περισσότερο οργανωμένο κοινωνικό στάδιο. Λόγω της διαρκούς απασχόλησής τους με τα όπλα, της συνεχούς κίνησής τους που τους οδηγούσε σε προστριβές με λαούς που ήταν μόνιμα εγκαταστημένοι σε διάφορες περιοχές ή και με άλλους κυνηγετικούς λαούς, οι κυνηγετικοί λαοί ήταν λαοί πολεμικοί.
Ωστόσο το κυνήγι αποτέλεσε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας απασχόληση και των πολιτισμένων λαών, αλλά στην περίπτωση αυτή είχε (και έχει) το χαρακτήρα αθλήματος, κυρίως των ανώτερων τάξεων. Στις χώρες που ανακαλύφθηκαν και αποικίστηκαν τους τελευταίους αιώνες, το κυνήγι με σκοπό τη διασκέδαση έγινε αιτία εξαφάνισης, ή σχεδόν εξαφάνισης, ολόκληρων ζωικών ειδών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του βορειοαμερικανικού Βίσονα, που στις αρχές του 19ου αιώνα αριθμούσε σχεδόν πενήντα εκατομμύρια άτομα, ενώ στη σύγχρονη εποχή αριθμεί μόλις μερικές χιλιάδες, και των μεγάλων αφρικανικών ζώων (ελεφάντων, ρινόκερων κ.ά.) που αντιμετώπισαν τον κίνδυνο ολοκληρωτικής εξαφάνισης από τους κυνηγούς κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Στη σύγχρονη εποχή, σε όλες τις χώρες του κόσμου το κυνήγι επιτρέπεται μόνο σε ορισμένες εποχές του χρόνου και σε ορισμένες περιοχές για να προστατευτούν τα ζωικά είδη από την εξαφάνιση.
Τα όπλα που χρησιμοποιούνται στο κυνήγι κατά κανόνα διαφέρουν από τα πολεμικά, όταν πρόκειται για μικρά ζώα. Τα βλήματα δεν είναι συμπαγή, αλλά αποτελούνται από σκάγια με αποκλίνουσες τροχιές, έτσι ώστε να μην είναι απαραίτητη η ακριβής σκόπευση για να χτυπηθεί το θήραμα. Όταν πρόκειται για μεγάλα ζώα χρησιμοποιούνται συμπαγή βλήματα, όπως στα πολεμικά όπλα, αλλά η κάνη του κυνηγετικού όπλου δε διαθέτει τις αυλακώσεις του πολεμικού, που δίνουν την απαραίτητη σταθερότητα στην τροχιά του βλήματος. Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις μεγάλων ζώων, χρησιμοποιούνται πολεμικά όπλα. Για την ανακάλυψη των θηραμάτων, κυρίως στις εύκρατες ζώνες, χρησιμοποιούνται κυνηγετικά σκυλιά που εντοπίζουν το θήραμα με την όσφρηση.
Το κυνήγι στην Ελλάδα.
Είναι πολύ διαδεδομένο σπορ και υπάρχει μεγάλος αριθμός κυνηγών.
Οι άδειες κυνηγιού δίνονται από τη δασική υπηρεσία για κάθε κυνηγετική περίοδο.
Η κυνηγετική περίοδος για κάθε θήραμα είναι αυστηρά καθορισμένη, όπως και τα κυνηγετικά όπλα που χρησιμοποιούνται, η κατοχή των οποίων επιτρέπεται, αρκεί να δηλώνεται στην [GLi] αρμόδια αρχή.
Με τη λήξη της κυνηγετικής περιόδου, για την οποία ισχύει η άδεια του κατόχου του κυνηγετικού όπλου, το όπλο αυτό σφραγίζεται από την αστυνομία και η αποσφράγισή του γίνεται στην έναρξη της επόμενης περιόδου.
Η ελληνική ύπαιθρος έχει ποικιλία μικρών θηραμάτων, είναι όμως φτωχή σε μεγάλα. Το κυνήγι ελαφιών και ζαρκαδιών απαγορεύεται, γιατί έχουν απομείνει ελάχιστα από αυτά και υπάρχει κίνδυνος εξαφάνισής τους. Στη Βόρεια Ελλάδα υπάρχουν μερικά μεγάλα ζώα, των οποίων το κυνήγι επιτρέπεται σε ορεινές περιοχές. Για παράδειγμα στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη υπάρχουν αγριογούρουνα, κυρίως στην οροσειρά της Ροδόπης, σχετικά πολυάριθμα.
Το κυνήγι στην Ελλάδα είναι ωστόσο κυρίως κυνήγι μικρών ζώων, θηλαστικών και πουλιών.
Υπάρχουν περίπου 25 είδη μικρών θηλαστικών και 120 είδη πουλιών. Από τα θηλαστικά το κυριότερο θήραμα είναι ο λαγός. Από τα πουλιά τα κυριότερα θηράματα είναι οι αγριόπαπιες, τα τρυγόνια, τα ορτύκια, οι πέρδικες, οι μπεκάτσες κ.ά.
Τα πουλιά αυτά χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες:
α) Στα ενδημικά, αυτά δηλαδή που μένουν μόνιμα εδώ.
β) Στα αποδημητικά που περνούν δύο φορές το χρόνο από τον τόπο μας, την άνοιξη, όταν φεύγουν από τις αφρικανικές περιοχές, και το φθινόπωρο όταν γυρίζουν πάλι νότια.
Τέτοια είναι το τρυγόνι, ο συκοφάγος και το ορτύκι.
Λίγα από τα πουλιά αυτής της κατηγορίας μένουν στην Ελλάδα.
Τα περισσότερα πηγαίνουν στη Βόρεια Ευρώπη και επιστρέφουν τον Αύγουστο.
γ) Στα αποδημητικά πουλιά που έρχονται από τα βόρεια για να ξεχειμωνιάσουν.
Τα κυριότερα είναι οι μπεκάτσες, οι αγριόπαπιες και οι αγριόχηνες.
Αυτά έρχονται συνήθως αρχές Νοεμβρίου.
Υπάρχουν, τέλος, και τα λεγόμενα διαβατικά, όπως οι καλιακούδες, χωρίς μόνιμο τόπο διαμονής, που μένουν 3–4 μήνες σε κάθε τόπο και κατόπιν φεύγουν.
Τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί πολλά εκτροφεία θηραμάτων, τα οποία αφήνονται ελεύθερα σε εκτεταμένες περιοχές, όπου επιτρέπεται το κυνήγι αντί αντιτίμου.
Στο κυνήγι αντιτίθενται οι οικολογικές οργανώσεις, καθώς ο αριθμός των ελεύθερων θηραμάτων έχει μειωθεί δραματικά εξαιτίας του ανεξέλεγκτου κυνηγιού και εξαιτίας των φυτοφαρμάκων.
Σαν Ορισμός λέγεται :
Ο φόνος άγριων ζώων για εξασφάλιση τροφής ή για διασκέδαση.
Επιμέλεια Άρθρου : Γεώργιος Λυμπερόπουλος