Το μεγαλύτερο γεωγραφικό διαμέρισμα της Ελλάδας με έκταση 34.177 τ.χλμ.
Βρίσκεται στη βόρεια περιοχή της χώρας και συνορεύει βόρεια με την ΠΓΔΜ και τη Βουλγαρία, [GLi] δυτικά με την Αλβανία και την Ήπειρο, ανατολικά με τη Θράκη και νότια συνορεύει με τη Θεσσαλία και βρέχεται από το Αιγαίο πέλαγος.

Φυσική εξέταση
Η Μακεδονία είναι περιοχή με πλούσιο εδαφικό, αλλά και θαλάσσιο, διαμελισμό.
Εκτείνεται ανάμεσα στις δύο μεγάλες οροσειρές της Ελλάδας, την Πίνδο δυτικά και τη Ροδόπη ανατολικά.
Το νότο της ορίζουν τα βουνά Όλυμπος και Άθως.
Το έδαφος της Μακεδονίας χαρακτηρίζεται ως ορεινό (36%), πεδινό (34%), ημιορεινό (30%).
Τα κυριότερα βουνά της Μακεδονίας είναι τα παρακάτω: Όλυμπος (2.913 μ.), Βόρας (2.524 μ.), Γράμμος (2.520 μ.), Βαρνούς ή Περιστέρι (2.334 μ.), Φαλακρό (2.232 μ.), Όρβηλος (2.212 μ.), Πιέρια (2.190 μ.), Βίτσι ή Βέρνο (2.128 μ.), Άσκιο ή Σινιάτσικο (2.111 μ.), Βέρμιο (2.052 μ.), Άθως (2.044 μ.), Κερκίνη ή Μπέλες (2.031 μ.), Μενοίκιο (1.963 μ.), Παγγαίο (1.956 μ.), όρη Βροντούς (1.849 μ.), Βόιο (1.805 μ.), Πάικο (1.650 μ.), Βούρινος (1.621 μ.), Καμβούνια (1.615 μ.), όρη Λεκάνης (1.298 μ.), Τσιγκέλι ή Άγκιστρο (1.294 μ.), Χορτιάτης (1.201 μ.), Χολομώντας (1.165 μ.), Υψάρι (1.127 μ.), Βερτίσκος (1.103 μ.), Κερδύλλια (1.091 μ.).
Στο έδαφος της Μακεδονίας εκτείνονται οι πεδιάδες της Κεντρικής Μακεδονίας (Θεσσαλονίκης), των Σερρών, της Δράμας-Φιλίππου, του Νέστου κά. και το λεκανοπέδιο του Λαγκαδά. Επίσης τα οροπέδια Φλώρινας – Εορδαίας – Κοζάνης, Καστοριάς – Βοΐου – Γρεβενών και Νευροκοπίου.
Τα κυριότερα ποτάμια είναι ο Αλιάκμονας (320 χλμ.), Αξιός (376 χλμ., 76 χλμ. στο ελληνικό έδαφος), Λουδίας (60 χλμ.), Γαλλικός ή Εχέδωρος (70 χλμ.), Στρυμόνας (256 χλμ., 118 χλμ. στο ελληνικό έδαφος), Νέστος (234 χλμ., 130 χλμ. στο ελληνικό έδαφος).
Οι μεγαλύτερες φυσικές λίμνες της Μακεδονίας είναι Μεγάλη Πρέσπα (39,4 τ. χλμ. στο ελληνικό έδαφος), Μικρή Πρέσπα (42,54 τ. χλμ. στο ελληνικό έδαφος), Καστοριάς (28,65 τ. χλμ.), Βεγορίτιδα (54,31 τ. χλμ.), Πετρών (12,29 τ. χλμ.), Δοϊράνη (15,35 τ. χλμ. στο ελληνικό έδαφος), Βόλβη (70,35 τ. χλμ.), Κορώνεια ή Λαγκαδά ή Αγίου Βασιλείου (42,82 τ. χλμ.) κ.ά. μικρές.
Υπάρχουν επίσης και αρκετές τεχνητές λίμνες:
Κερκίνη, Πολυφύτου, Νησίου, Σφηκιά κ.ά.
Στα βουνά της Μακεδονίας σχηματίζονται αρκετά σπήλαια που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο ως τουριστικά αξιοθέατα αλλά και από επιστημονικής άποψης. Σημαντικότερα από αυτά είναι των Πετραλώνων, της Αλιστράτης, του Κιλκίς, το σπήλαιο Μαρά κ.ά.
Η μεγαλύτερη χερσόνησος στα νοτιοανατολικά είναι η Χαλκιδική, της οποίας οι απολήξεις δημιουργούν άλλες τρεις μικρότερες χερσονήσους: Κασσάνδρας, Σιθονίας, Αγίου Όρους. Οι σημαντικότεροι κόλποι είναι ο Θερμαϊκός, ο Τορωναίος (Κασσάνδρας), ο Σιγγιτικός (Αγίου Όρους), ο κόλπος της Ιερισσού (Ακάνθιος), ο Στρυμονικός, ο κόλπος της Καβάλας κ.ά. Τα ακρωτήρια που σχηματίζονται είναι το Μικρό και το Μεγάλο Έμβολο, το Ποσείδι, το Καναστραίο, το Δρέπανο, το Νυμφαίο κ.ά.
Τα κυριότερα νησιά της Μακεδονίας είναι η Θάσος και η Αμμουλιανή.
Γεωφυσικά διακρίνονται τρία μεγάλα τμήματα της Μακεδονίας:
η Κεντρική Μακεδονία,
η Δυτική Μακεδονία και
η Ανατολική Μακεδονία.
Η πανίδα και η χλωρίδα της Μακεδονίας είναι πλούσια.
Υπάρχουν πολλοί βιότοποι (Πρέσπες, Όλυμπος, Άθως, λίμνης Κερκίνης, Βόλβη, Δέλτα Αξιού κ.ά.), όπου ζουν σπάνια είδη ζώων και φυτών.
Το κλίμα στο εσωτερικό είναι ηπειρωτικό, στα παράλια ήπιο, μεσογειακό.

Οικονομική εξέταση
Η Μακεδονία είναι πλούσια περιοχή.
Έχει αναπτυγμένη γεωργία και κτηνοτροφία, δάση, ορυκτά, ενεργειακές πηγές, αλιεία, βιομηχανία, βιοτεχνία, επιχειρήσεις, τουρισμό κ.ά. πλουτοπαραγωγικές πηγές. Καλλιεργείται το 32% του εδάφους της.
Παράγει δημητριακά, όσπρια, λαχανικά, βιομηχανικά φυτά (καπνός, βαμβάκι), ζαχαρότευτλα, ρύζι, αμπελουργικά προϊόντα, ελαιουργικά προϊόντα, νωπά και ξερά φρούτα, ξηρούς καρπούς κ.ά.
Μετά το β’ παγκόσμιο πόλεμο πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή πολλά εγγειοβελτιωτικά έργα: αποξήρανση λιμνών,[GLi] αποχετευτικά και στραγγιστικά έργα, εκβαθύνσεις, φράγματα υδροληψίας, αντιπλημμυρικά, αρδευτικά έργα κ.ά. Παράλληλα, έγιναν γεωτρήσεις για την ύδρευση περιοχών που δεν είχαν νερό, εκχερσώσεις, αναβαθμίσεις (για την προστασία επικλινών εδαφών από τη διάβρωση). Αναπτύχθηκε επίσης η αγροτική και δασική οδοποιία, καθώς και αξιοποίηση αλατούχων εδαφών (Αξιού, Νέστου, πεδιάδας Σερρών), σε συνδυασμό με τη ρυζοκαλλιέργεια.
Η κτηνοτροφία είναι επίσης αναπτυγμένη στη Μακεδονία, με μεγάλη παραγωγή κρέατος, διαφόρων άλλων ζωικών προϊόντων, γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Εκτρέφονται βοοειδή, αιγοπρόβατα, χοίροι. Αναπτυγμένη ιδιαίτερα είναι η ορνιθοτροφία, χάρη στην πλήρως εκσυγχρονισμένη παραγωγή, διατροφή και εκμετάλλευση των πουλερικών σε πρότυπες ορνιθοτροφικές μονάδες. Κουνέλια, πάπιες, χήνες, γαλοπούλες ενισχύουν τον πτηνοτροφικό πλούτο της Μακεδονίας.
Τα αλιευτικά προϊόντα της Μακεδονίας κατέχουν αξιόλογη θέση στην οικονομία της χώρας. Η αλιεία πραγματοποιείται στο Θερμαϊκό κόλπο, στις ακτές της Χαλκιδικής, της Πιερίας, στο Στρυμονικό κόλπο, στον κόλπο της Καβάλας κ.α. Ψάρια γλυκού νερού δίνουν οι λίμνες Βόλβη, Κορώνεια, Βεγορίτιδα, Πρέσπες, Καστοριάς, Δοϊράνης κ.ά.
Τα δάση καλύπτουν το 26% του εδάφους της Μακεδονίας. Υπάρχουν δάση κωνοφόρων υψηλών περιοχών (έλατου, μαύρου πεύκου, δασικού πεύκου), πευκοδάση κωνοφόρων χαμηλών περιοχών, δάση από δρυς, οξιές, καστανιές κά.
Σημαντικές βιομηχανικές μονάδες λειτουργούν, κυρίως στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και των άλλων μεγάλων πόλεων της Μακεδονίας: επεξεργασίας τροφίμων, διυλιστήρια, χαλυβουργεία, χημικών προϊόντων, εργοστάσια ζάχαρης, καπνεργοστάσια, βιομηχανικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες δίνουν το 70% της ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα, μονάδες οινοπνευματοποιίας, αλευροβιομηχανίας, ζυμαρικών, μπισκότων, έτοιμων ενδυμάτων, υφαντουργίας κ.ά.
Μεταλλεύματα σιδήρου υπάρχουν σε Ροδόπη, Κερκίνη, Σιδηρόκαστρο, κοντά στη Φλώρινα, κυρίως όμως μεταξύ Στρατονίκης και Στρατωνίου (Σιδηρόλακκος) Χαλκιδικής και στη Θάσο. Χρωμίτης βρίσκεται στις περιοχές Κοζάνης, Καστοριάς, Φλώρινας, στη Χαλκιδική, Νιγρίτα, Βέροια, Έδεσσα. Μεταλλεύματα ψευδαργύρου, χαλκού, μαγγανίου, αντιμονίτη και κυρίως λευκόλιθου υπάρχουν στη Χαλκιδική (Βάβδος, Αγία Παρασκευή, Γερακινή). Λιγνίτης σε πλούσια αποδοτικά επιφανειακά κοιτάσματα υπάρχει στη λεκάνη Φλώρινας – Πτολεμαΐδας – Κοζάνης (λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας, Βεύης, Αμυνταίου, Αχλάδας, Σκοπού) και στην πεδιάδα των Φιλίππων. Αξιόλογα είναι και τα λατομεία μαρμάρου (λευκού και χρωματιστού) σε Νάουσα, Κοζάνη, Καβάλα κ.ά. Χρυσός υπάρχει στο Παγγαίο.
Πολλές είναι οι μεταλλικές πηγές και αρκετές αξιοποιούνται με συστηματική εκμετάλλευση (ιαματικές πηγές και πόσιμα νερά): Θέρμη, Σουρωτή, Δουμπιά, Ξινό Νερό (Φλώρινας), Νιγρίτα, Νέα Απολλωνία, Λαγκαδάς, Αριδαία (Λουτράκι), Σιδηρόκαστρο, Ελευθερές, Αγία Παρασκευή Χαλκιδικής κ.ά.
Ο τουρισμός έχει ραγδαία ανάπτυξη στην περιοχή της Μακεδονίας, ιδιαίτερα στις παραθαλάσσιες περιοχές (Χαλκιδική, Πιερία, Καβάλα, Θάσος κ.α.). Έντονη τουριστική κίνηση παρουσιάζουν όμως και οι ορεινές περιοχές, κυρίως τα ορεινά καταφύγια και τα κέντρα χειμερινών σπορ (Βέρμιο, Πίνδος, Βόρας, Βίτσι, Βροντού), οι αρχαιολογικοί χώροι (Θεσσαλονίκη, Πέλλα, Βεργίνα, Δίο, Φίλιπποι, Θάσος, Αμφίπολη, Όλυνθος, Αιανή κ.ά.), οι περιοχές όπου οργανώνονται λαογραφικές εκδηλώσεις (καρναβάλι Νάουσας, Αναστενάρια), οι βιότοποι (Κερκίνη, Μικρή Πρέσπα, Όλυμπος κ.ά.).
Διοικητική διαίρεση
Η Μακεδονία περιλαμβάνει τους νομούς Φλώρινας, Καστοριάς, Γρεβενών, Κοζάνης, Πέλλας, Ημαθίας, Πιερίας, Κιλκίς, Θεσσαλονίκης, Χαλκιδικής, Σερρών, Δράμας και Καβάλας και την αυτόνομη περιοχή του Αγίου Όρους (βλ. και λλ. των αντίστοιχων νομών).
Πολιτιστική εξέταση – Μνημεία
Η προσφορά της Μακεδονίας στην ιστορία του παγκόσμιου πολιτισμού και στην εξάπλωση του ελληνικού πνεύματος είναι σημαντική. Η αρχαία Μακεδονία έχει να παρουσιάσει στον πνευματικό και καλλιτεχνικό τομέα ονόματα όπως αυτά του Αριστοτέλη, του Δημόκριτου, του Πρωταγόρα, του ζωγράφου Πολύγνωτου, του αρχιτέκτονα Δεινοκράτη, του Καλλισθένη, του Αριστόβουλου, του Αντιφάνη κ.ά. Αλλά και η βυζαντινή εποχή υπήρξε πολύ γόνιμη από πνευματική και καλλιτεχνική άποψη, γεγονός που μαρτυρούν τα πολλά μνημεία της εποχής. Η ακτινοβολία της Θεσσαλονίκης τα χρόνια αυτά είναι μεγάλη. Ανάμεσα στα ονόματα που συντέλεσαν αποφασιστικά στην ακτινοβολία των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου είναι των λογίων Θωμά Μάγιστρου, Γρηγορίου Παλαμά, Κ. Αρμενοπούλου, Νικηφόρου Χούμνου, Νείλου και Νικολάου Καβάσιλα, Δημητρίου Κυδώνη κ.ά. Εξάλλου εκτός από τη Θεσσαλονίκη που υπήρξε το πνευματικό κέντρο της Μακεδονίας σ’ ολόκληρη αυτή την περίοδο, αξιόλογα πνευματικά κέντρα υπήρξαν το Άγιο Όρος, η Βέροια, η Αχρίδα, η Καστοριά κ.ά.
Ο μακεδονικός χώρος είναι γεμάτος [GLi] από μνημεία όλων των εποχών, που μαρτυρούν το πλούσιο ιστορικό και πνευματικό παρελθόν του. Από την προϊστορική εποχή χρονολογείται ο λίθινος χειροπέλεκυς που βρέθηκε κοντά στο Παλαιόκαστρο της Σιάτιστας και είναι το παλαιότερο γνωστό εργαλείο στο ελληνικό έδαφος. Της παλαιολιθικής εποχής είναι τα ευρήματα του Σιταγρού Δράμας, των Φιλίππων κ.ά., ενώ στη νεολιθική εποχή ανάγονται τα λείψανα των οικισμών που εντοπίστηκαν στην Καστοριά, κοντά στα Σέρβια, στη Νέα Νικομήδεια, στο Μακρύγιαλο κ.α. Από την αρχαία εποχή εκπληκτικά είναι τα ευρήματα στις περιοχές της Θεσσαλονίκης, της Σίνδου, του Δερβενίου, της Πέλλας, της Βεργίνας, του Δίου, της Βέροιας, των Λευκαδίων Νάουσας, της Αιανής, των Φιλίππων, της Αμφίπολης, της Ολύνθου κ.ά.
Από τα ρωμαϊκά, παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά χρόνια υπάρχει μια πλούσια παρουσία σε μνημεία. Τα παλαιοχριστιανικά της Θεσσαλονίκης είναι από τα σημαντικότερα. Μνημεία της παλαιοχριστιανικής περιόδου υπάρχουν διάσπαρτα σε όλη τη Μακεδονία. Αντιπροσωπευτικά μνημεία της βυζαντινής εποχής σώζονται στη Θεσσαλονίκη, στην Καστοριά, στη Βέροια, στις Σέρρες, στη Μικρή Πρέσπα και προπαντός στο Άγιο Όρος.
Η φραγκοκρατία δεν άφησε σημαντικά μνημεία στην περιοχή της Μακεδονίας. Το μόνο ίσως αξιόλογο κατάλοιπο της εποχής είναι το φρούριο του Πλαταμώνα.
Στη σύντομη αναφορά για τα μνημεία της Μακεδονίας πρέπει να αναφερθούμε και στα αρχοντικά τα οποία δημιουργήθηκαν στους τελευταίους αιώνες της τουρκοκρατίας και που είναι λαμπρό δείγμα της νεοελληνικής λαϊκής αρχιτεκτονικής (Καστοριάς, Κοζάνης, Σιάτιστας, Καβάλας, Θάσου, Θεσσαλονίκης κτλ.).
Ιστορική εξέταση
Στη Μακεδονία υπάρχουν πολλές ενδείξεις που μας βεβαιώνουν για την ανθρώπινη παρουσία στο χώρο της από τη παλαιολιθική εποχή (σπήλαιο Πετραλώνων Χαλκιδικής) καθώς και κατά τη νεολιθική εποχή (Όλυνθος, Ορμύλια, Σέρβια κ.α.). Όμως το κενό ανάμεσα στην προϊστορία και στα πρώτα ιστορικά χρόνια δεν καλύπτεται αρκετά από όσα ως σήμερα έχει στη διάθεσή της η ιστορική επιστήμη (παραδόσεις, κείμενα, ευρήματα).
Υποστηρίζεται ότι η Μακεδονία είναι η κατοικία των πρώτων ανθρώπων που έζησαν στον ελλαδικό χώρο, καθώς και των Πρωτοελλήνων.
Οι Έλληνες, αφού αποσπάστηκαν από τους άλλους Ινδοευρωπαίους, στο τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ. εμφανίστηκαν στη Μακεδονία, στην οποία ως τότε κατοικούσαν οι Πελασγοί.
Η αρχαιολογία, η ιστορία, η γλωσσολογία κ.ά. πηγές βεβαιώνουν ότι η ευρύτερη Δυτική ή Άνω Μακεδονία είναι η αρχαία κοινή κατοικία των Πρωτοελλήνων.
Το 2000–1900 π.Χ., στη διάρκεια του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος των ελληνικών φυλών, οι Ίωνες, οι Αιολείς, οι Αχαιοί κ.ά. κινήθηκαν προς τα νότια.
Στη Μακεδονία παρέμειναν οι Μακεδνοί.
Κατά τη μυθολογία, ο γενάρχης των Μακεδόνων ήταν γιος του Δία.
Μητέρα του ήταν η Θεία, κόρη του Δευκαλίωνα, αδερφός του Έλληνα. Κύριος θεός των Μακεδόνων ήταν ο Ζευς Ύψιστος, μυθικός ήρωάς τους ο Ηρακλής, στους οποίους ήταν αφιερωμένες πολλές μακεδονικές πόλεις (Δίον, Ηράκλεια) και ιερά.
Κατά το 13ο π.Χ. αι. οι Μακεδόνες κατοικούσαν στην περιοχή της Πίνδου και ήταν ένα από τα ελληνικά φύλα. Σύμφωνα με αρχαία κείμενα, που περιλαμβάνουν αποσπάσματα από το έργο «Αιγιμιός», ένα πολύ παλιό έπος που έχει χαθεί, αναφέρεται ότι ο ήρωας του έπους, βασιλιάς των Δωριέων, ζήτησε τη βοήθεια του Ηρακλή για να αποκρούσει τις επιθέσεις των Λαπιθών. Οι Δωριείς σ’ αυτήν την περίπτωση ταυτίζονται με τους Μακεδνούς, δηλαδή τους Μακεδόνες, και τοποθετούνται στην περιοχή της Ιστιαιώτιδας. Από άλλες δωρικές παραδόσεις που διασώζονται από αρχαίους συγγραφείς, όπως τον Πίνδαρο και τον Ηρόδοτο, μαθαίνουμε ότι πρόγονοι των Δωριέων ήταν οι Μακεδνοί, που μετανάστευσαν από την Πίνδο, συγκεκριμένα από το όρος Λάκμος, στη Δωρίδα. Η αλήθεια είναι πως από τους Μακεδνούς προήλθαν οι Δωριείς, οι Μάγνητες και οι Μακεδόνες.
Αργότερα πλάστηκε ο μύθος, που αναφέρει και ο Ηρόδοτος, ότι οι Μακεδόνες κατάγονταν από το Άργος της Πελοποννήσου και ήταν απόγονοι των Τημενιδών.
Ως ιδρυτής του κράτους των Μακεδόνων αναφέρεται ο Περδίκκας Α’. Αυτός στο πρώτο μισό του 7ου αι. π.Χ. αι. εγκατέστησε την πρωτεύουσά του στις Αιγές, τη σημερινή Βεργίνα.
Από εκεί οι Μακεδόνες άρχισαν να απλώνονται στην Εορδαία, έπειτα προς τη Βοττιαία, την Πιερία και την Αλμωπία. Ο γιος του Περδίκκα Α’ Αργαίος (7ος αι. π.Χ.), καθώς και οι διάδοχοί του Φίλιππος Α’ (7ος-6ος αι. π.Χ.) και Αέροπος (6ος αι. π.Χ.), απέκρουσαν συχνές επιδρομές Ιλλυριών κ.ά. βαρβάρων. Στη συνέχεια βασίλεψαν ο Αλκέτας (6ος αι. π.Χ.) και ο Αμύντας Α’ (6ος-5ος αι. π.Χ.). Τότε οι Μακεδόνες περνώντας τον Αξιό έφτασαν ως τα όρια της Χαλκιδικής. Οι κατακτήσεις του Αλέξανδρου Α’ στις πρώτες δεκαετίες του 5ου αι. π.Χ. διεύρυναν περισσότερο τη Μακεδονία.
Ο Αλέξανδρος Α’ ήταν εκείνος που πληροφόρησε στις Πλαταιές τους Έλληνες του Νότου για τα σχέδια του Ξέρξη, παρόλο που αναγκάστηκε να τον ακολουθήσει στην εκστρατεία του κατά των Ελλήνων. Για το λόγο αυτόν οι τελευταίοι του έστησαν και ανδριάντα στους Δελφούς. Ο ίδιος έλαβε μέρος και στους Ολυμπιακούς αγώνες.
Ο Περδίκκας Β’ (5ος αι. π.Χ.) συμμάχησε με τους Αθηναίους κατά της Αμφίπολης.
Γενικά, η βασιλεία του Περδίκκα Β’ ήταν γεμάτη ταραχές. Από τη μια οι δυσχέρειες που του δημιουργούσαν οι διάφοροι άρχοντες της Μακεδονίας, μεταξύ των οποίων και ο αδερφός του Φίλιππος, σχετικά με τον προσδιορισμό της εξουσίας και από την άλλη ο ανταγωνισμός μεταξύ Μακεδονίας και Αθηνών για τον έλεγχο της περιοχής του κάτω Στρυμόνα έφεραν στο κράτος μια γενική αναταραχή, που αποδεικνύεται και από την ελάττωση της κοπής νομισμάτων. Ο νόθος γιος και διάδοχος του Περδίκκα Β’ Αρχέλαος Α’ (τέλη 5ου-αρχές 4ου αι. π.Χ.), δε συνάντησε τις δυσκολίες του πατέρα του, τουλάχιστον ως προς τις σχέσεις του με τους Αθηναίους έπειτα από την καταστροφή των τελευταίων στις Συρακούσες. Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του αντιμετώπισε μια αποστασία της Πύδνας, εύκολα όμως κατάφερε να την καταπνίξει. Έπειτα από πρόσκληση των Αλευαδών αναμείχτηκε στα πράγματα της Θεσσαλίας καταφέρνοντας έτσι να αυξήσει την επιρροή του και σ’ αυτήν την περιοχή.
Ο Αρχέλαος προχώρησε σε μια πλατιά μεταρρύθμιση: χώρισε τη χώρα σε περιφέρειες πόλεων.
Μετέφερε την πρωτεύουσα στην Πέλλα, που τότε επικοινωνούσε με τη θάλασσα, και τη διακόσμησε με μεγαλόπρεπα οικοδομήματα. Επίσης οργάνωσε στρατιωτικά το κράτος του περισσότερο από κάθε άλλον προκάτοχό του. Γενικά, ο Αρχέλαος έδωσε στο μακεδονικό βασίλειο μια εκπληκτική για την εποχή εκείνη λάμψη, έπραξε περισσότερα «ή ξύμπαντες οι άλλοι βασιλείς αυτών οι προ αυτού γενόμενοι», όπως γράφει ο Θουκυδίδης. Μετά τη δολοφονία του άρχισε μια περίοδος όλο ταραχές, που κράτησε ως τα χρόνια της βασιλείας του Φίλιππου Β’ (4ος αι. π.Χ.), που οδήγησε στο μεγαλείο της Μακεδονίας.
Ο Φίλιππος Β’ δημιούργησε ενιαίο μακεδονικό κράτος και ανέπτυξε θαυμαστή στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική δραστηριότητα. Ταυτόχρονα έβαλε σκοπό της ζωής του να ενώσει όλες τις ελληνικές πόλεις και έπειτα να εκστρατεύσει εναντίον των Περσών.
Κυρίεψε χωρίς μάχη τη Θεσσαλία και τη Φωκίδα.
Η Αθήνα και η Θήβα, που αντιστάθηκαν, νικήθηκαν στη Χαιρώνεια το 338 π.Χ.
Το 337 π.Χ. ο Φίλιππος ίδρυσε στην Κόρινθο το Κοινό των Ελλήνων. Ενώ όμως ονειρευόταν να γίνει αρχιστράτηγος όλων των Ελλήνων, δολοφονήθηκε (336 π.Χ.).
Στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο γιος του Αλέξανδρος Γ’ (βλ. λ. Αλέξανδρος ο Μέγας), που μέσα σε 13 χρόνια έφτασε αήττητος στα βάθη της Ασίας, ίδρυσε πόλεις, διέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό, άλλαξε την πορεία της ιστορίας.
Ο πρόωρος θάνατός του ανέκοψε το έργο του.
Οι εμφύλιοι πόλεμοι ανάμεσα στους διαδόχους και ύστερα στους επιγόνους εξασθένησαν το μακεδονικό κράτος, που έτσι έγινε εύκολη λεία στις ρωμαϊκές λεγεώνες.
Οι Ρωμαίοι μετά τη νίκη τους επί των Καρχηδονίων άρχισαν την κατάκτηση της ελληνικής χερσονήσου. Την εποχή εκείνη βασίλευε στη Μακεδονία ο Φίλιππος Ε’ (τέλη 3ου-αρχές 2ου αι. π.Χ.), που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μόνος του τους Ρωμαίους, αφού πολλοί νότιοι Έλληνες είχαν συμμαχήσει μαζί τους.
Μετά τη μακεδονική ήττα στις Κυνός Κεφαλές (197 π.Χ.) και ενώ ετοιμαζόταν για το νέο αγώνα του κατά των Ρωμαίων, πέθανε.
Τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο γιος του Περσέας (2ος αι. π.Χ.), που συνέχισε τις ετοιμασίες του για τον πόλεμο κατά των Ρωμαίων.
Επειδή όμως δεν είχε ικανότητες και οι άλλοι Έλληνες δε βοήθησαν, απέτυχε. Έπειτα από τη μάχη της Πύδνας, στην οποία νικήθηκε (168 π.Χ.), οι Ρωμαίοι έγιναν κύριοι της Μακεδονίας, που χωρίστηκε σε τέσσερις επαρχίες (μερίδες) ανεξάρτητες μεταξύ τους. Οι περισσότεροι θησαυροί της μεταφέρθηκαν στη Ρώμη, όπως και οι πιο ονομαστοί πολίτες της.
Ανάμεσα σ’ αυτούς μεταφέρθηκε και ο Περσέας αιχμάλωτος στην Ιταλία, όπου και πέθανε.
Η τυχοδιωκτική προσπάθεια κάποιου Ανδρίσκου, που ισχυριζόταν ότι είναι γιος και διάδοχος του Περσέα, να καταλάβει τη Μακεδονία, απέτυχε (148 π.Χ.) και τότε ο Ρωμαίος στρατηγός Μέτελλος μετέτρεψε τη χώρα σε ρωμαϊκή συγκλητική επαρχία, που αποτέλεσε μάλιστα το ορμητήριο των Ρωμαίων για τις επόμενες κατακτητικές επιχειρήσεις τους. Πρωτεύουσα της επαρχίας Μακεδονίας ήταν η Θεσσαλονίκη. (Βλ. και λ. Μακεδονία, Χρονολόγιο του Μακεδονικού Βασιλείου.)
Έπειτα από τις καταχρήσεις των συγκλητικών οι κάτοικοι της Μακεδονίας διαμαρτυρήθηκαν και το 20 μ.Χ. ο Τιβέριος την έκανε αυτοκρατορική επαρχία. Οι Ρωμαίοι εκμεταλλεύτηκαν τη Μακεδονία τόσο από οικονομική άποψη όσο και με τη χρησιμοποίηση των κατοίκων της στο στρατό. Το έτος 49 ο απόστολος Παύλος «διαβάς εις Μακεδονίας», όπως αναφέρεται στις «Πράξεις των Αποστόλων», κήρυξε το χριστιανισμό στους Φιλίππους, την Απολλωνία, τη Θεσσαλονίκη, τη Βέροια. Αργότερα έστειλε τις προς Φιλιππησίους και Θεσσαλονικείς επιστολές του. Τον 3ο αι. η Μακεδονία υπέφερε από επιδρομές βαρβαρικών λαών, κυρίως των Γότθων, που λεηλάτησαν πολλές περιοχές και μάλιστα απείλησαν και την ίδια τη Θεσσαλονίκη.
Στα χρόνια των διαδόχων του Μ. Κωνσταντίνου η Μακεδονία περιήλθε στον Κώνσταντα και στους αυτοκράτορες που τον διαδέχτηκαν. Στο τέλος του 4ου αι. διάφορα βαρβαρικά φύλα από το βορρά προξένησαν στη χώρα μεγάλες καταστροφές με τις επιδρομές τους.
Στα βυζαντινά χρόνια ο όρος Μακεδονία διευρύνεται για να περιλάβει στα όριά του συχνά και ολόκληρη τη Θράκη (μαζί με την Ανατολική Ρωμυλία), τη σημερινή Βουλγαρία, τη Βόρεια Ήπειρο και την Αλβανία. Στις αρχές του 6ου αι. είχε ιδρυθεί η επαρχία Ιλλυρικού, στην οποία ήταν ενσωματωμένη και η Μακεδονία με 32 πόλεις (Δίο, Βέροια, Πέλλα, Έδεσσα, Σέρρες, Αμφίπολη κ.ά.). Αργότερα, όταν η αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε θέματα, η Μακεδονία μοιράστηκε σε τρία θέματα, της Θεσσαλονίκης με τις πόλεις Πελαγονία, Σέρβια, Δίο, Στόβους κ.ά., του Στρυμόνα, με πόλεις το Βιδίνιο, την Τριαδίτσα, το Μελένικο κ.ά., και της Μακεδονίας (με πόλεις της Στενήμαχο, την Αδριανούπολη, την Αγχίαλο, τη Μεσήμβρια, το Δορύστολο κ.ά.). Αργότερα στα «θέματα» της Μακεδονίας συμπεριλαμβάνονται και περιοχές άλλες, όπως η Θεσσαλία, και τμήματα της Στερεάς. Επί Βασιλείου Β’, λόγω των βουλγαρικών επιδρομών, αλλάζει πάλι η διοικητική μορφή της χώρας και πολλές πόλεις της Μακεδονίας διοικούνται από στρατηγούς. Τον 11ο αι. αναφέρεται θέμα Μακεδονίας και Θράκης, ενώ αργότερα η περιοχή κατακερματίζεται σε μικρότερα θέματα.
Στη βυζαντινή εποχή, αν και ο Ιουστινιανός φρόντισε να προστατέψει την περιοχή με μια σειρά από αμυντικά φρούρια που επεκτείνονταν από την Ήπειρο ως την Κωνσταντινούπολη, οι ασταμάτητες επιδρομές των βαρβαρικών λαών δημιουργούσαν συνεχώς προβλήματα. Ιδιαίτερα επικίνδυνοι ήταν οι Βούλγαροι, οι οποίοι εμφανίστηκαν στα Βαλκάνια στο τέλος του 7ου αιώνα και νικήθηκαν από το [GLi] Βασίλειο Β’ Βουλγαροκτόνο (10ος-11ος αι.). Στο τέλος του 11ου αι. οι Νορμανδοί κυρίεψαν ένα σημαντικό μέρος της περιοχής. Διώχτηκαν σύντομα από τον Αλέξιο Α’ Κομνηνό, για να επιστρέψουν όμως έναν αιώνα αργότερα και να προχωρήσουν ως τη Θεσσαλονίκη, την οποία και κυρίεψαν για λίγο έπειτα από επίθεση από ξηρά και θάλασσα.
Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204), η Μακεδονία δόθηκε στο Βονιφάτιο το Μομφερατικό, που έκανε πρωτεύουσά του τη Θεσσαλονίκη. Εσωτερικές θρησκευτικές διενέξεις των Φράγκων και συχνές επιδρομές Βουλγάρων και Σέρβων έφεραν το κράτος σε χαώδη κατάσταση.
Ο Βονιφάτιος κράτησε απέναντι σ’ αυτές τις δυσκολίες μια πολύ χαλαρή στάση, όπως και ο διάδοχός του Δημήτριος (13ος αι.). Εκμεταλλευόμενος τις καταστάσεις αυτές ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός κυρίεψε ένα τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας στην αρχή (1215) και έπειτα ολόκληρη τη Μακεδονία και την προσάρτησε στο βασίλειο της Ηπείρου (1222). Ανάμεσα στο τελευταίο αυτό και στην αυτοκρατορία της Νίκαιας άρχισε τότε μια σειρά από αγώνες για την κατοχή της Μακεδονίας, που έληξε το 1246 με την επικράτηση του Ιωάννη Βατάτζη, αυτοκράτορα της Νίκαιας, ο οποίος την έκανε επαρχία του κράτους του.
Μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από το Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο, η Μακεδονία προσαρτήθηκε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία (1261). Αλλά και πάλι η Μακεδονία συνέχισε να ταλαιπωρείται, αυτή τη φορά από τους εμφύλιους δυναστικούς αγώνες που γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη και που έδωσαν την ευκαιρία στους γειτονικούς λαούς να αρχίσουν μια σειρά από νέες επιδρομές εναντίον της.
Ως το 1430, που η Μακεδονία καταλήφθηκε από τους Τούρκους, διάφορες περιοχές της λεηλατήθηκαν κατά καιρούς από Καταλανούς, Σέρβους και Βουλγάρους. Ακόμη δημιουργήθηκαν πολλές ταραχές εσωτερικές από τις έριδες των Ζηλωτών κ.ά. Παρ’ όλα αυτά ο 14ος αι. υπήρξε για τη Θεσσαλονίκη περίοδος μεγάλης ακμής, όπως επίσης και για τα άλλα μακεδονικά κέντρα. Ήταν ο «Χρυσός αιώνας» της Θεσσαλονίκης.
Κατά τη χιλιετή βυζαντινή περίοδο η Μακεδονία ήταν ο ισχυρός πνεύμονας της μεγάλης ελληνικής αυτοκρατορίας. Η Θεσσαλονίκη είχε αναδειχθεί σε λαμπρή συμβασιλεύουσα πόλη, που με το χριστιανικό πολιτισμό της ακτινοβολούσε σε όλη τη Βαλκανική και ευρύτερα. Οι Θεσσαλονικείς νέοι απόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος διέδωσαν το χριστιανισμό στους Σλάβους. Άλλα ονομαστά κέντρα της Μακεδονίας ήταν τότε η Καστοριά, η Αχρίδα, τα Σέρβια, η Ηράκλεια (Μοναστήρι), η Βέροια, η Στρώμνιτσα, οι Σέρρες, οι Φίλιπποι, το Μελένικο κ.ά.
Η τουρκοκρατία άρχισε με τη σταδιακή κατάληψη των διάφορων περιοχών της Μακεδονίας. Η αρχή έγινε με την κατάληψη της Αδριανούπολης (1361) και έπειτα της Φιλιππούπολης (1363), για να ολοκληρωθεί το 1430 με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Αρχικά στο χώρο της Μακεδονίας σχηματίστηκε το βιλαέτι της Θεσσαλονίκης. Αργότερα τα σαντζάκια της Μακεδονίας υπάχθηκαν στη διοικητική περιφέρεια Ρούμελης. Σε κατοπινή διοικητική μεταβολή, η χώρα διαιρέθηκε στα βιλαέτια Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου και στο μουτασεριφλίκι Κοζάνης και Σερβίων.
Οι εξεγέρσεις των Ελλήνων της περιοχής ανάγκασαν στη συνέχεια τους Τούρκους να διαιρέσουν τη Μακεδονία σε αρματολίκια, για ν’ αντιμετωπίσουν τη δράση των κλεφτών. Γνωστοί αρματολοί και κλέφτες της περιόδου είναι ο Ζήδρος και ο γιος του Φώτης, ο Τότσκας, ο Γιάννης Φαρμάκης, ο Νικοτσάρας, ο Ρομφέης, ο Γιάννης Τσακνάκης, ο Ζιάκας, ο Καρατάσος κ.ά. Οι αρματολοί και κλέφτες του Ολύμπου εμπόδισαν τον Αλή πασά, αργότερα, να επεκταθεί και προς τη Μακεδονία (εκτός από μία περίπτωση, το 1804, όταν τα στρατεύματά του κατόρθωσαν να κυριέψουν τη Νάουσα και τη Βέροια).
Κατά τις αρχές του 18ου αι., οι εμπορικές συναλλαγές Αυστριακών και Τούρκων έδωσαν την ευκαιρία και στους Μακεδόνες να αναπτύξουν μια σημαντική εμπορική και οικονομική δραστηριότητα. Οι εμπορικές δυνατότητες που παρουσιάζονταν αλλά και η τουρκική καταπίεση, η οποία συνεχιζόταν πάντα έγιναν αιτία για μια έντονη μεταναστευτική κίνηση από το τέλος του 17ου αι. και ύστερα. Πολλοί Μακεδόνες υπήρξαν σημαντικά μέλη των ελληνικών παροικιών που δημιουργήθηκαν σε διάφορα μέρη του εξωτερικού και ευεργέτησαν με πολλούς τρόπους την υποδουλωμένη πατρίδα τους. Από αυτούς αναδείχτηκαν επιφανείς λόγιοι, συγγραφείς, αγωνιστές, δάσκαλοι, ευεργέτες του έθνους.
Τις παραμονές της Επανάστασης του 1821 άρχισε μια σειρά από σοβαρά επαναστατικά κινήματα στη Μακεδονία με πρωτεργάτη τον Εμμανουήλ Παπά που αποβιβάστηκε στη Χαλκιδική και ξεσήκωσε τους κατοίκους της. Έπειτα από μικρό διάστημα, με τις οργανωμένες εκστρατείες των Τούρκων κατά της Χαλκιδικής και τα φοβερά αντίποινα, η επανάσταση καταπνίγηκε, ενώ ξεσηκωνόταν η Κεντροδυτική Μακεδονία με κέντρα τον Όλυμπο και τη Νάουσα και πρωτεργάτες τους Ν. Κασομούλη, Ζαφειράκη Λογοθέτη, Γάτσο, Καρατάσο κ.ά. Η ίδια τύχη όμως περίμενε και το κίνημα αυτό (1822). Βασικός λόγος της αποτυχίας των κινημάτων ήταν η ύπαρξη μεγάλων τουρκικών δυνάμεων στη Μακεδονία. Τα αντίποινα των Τούρκων υπήρξαν σκληρά. Πολλοί Μακεδόνες αγωνιστές κατέφυγαν στη Νότια Ελλάδα για να πολεμήσουν στη συνέχεια εκεί.
Στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που δημιουργήθηκε (1828), η Μακεδονία δε συμπεριλήφθηκε. Οι κάτοικοί της συνέχισαν να αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους και επαναστάτησαν το 1854 και το 1878, χωρίς όμως αποτελέσματα. Στο μεταξύ ο πολιτικός ανταγωνισμός που άρχισε στη Μακεδονία, καθώς κατέρρεε η Οθωμανική αυτοκρατορία, δημιούργησε το γνωστό «Μακεδονικό Ζήτημα» και προετοίμασε την έκρηξη του Μακεδονικού Αγώνα (1904–1908), ως αντίδραση στον επεκτατισμό της Βουλγαρίας. Αρχικά στην περιοχή άρχισαν να σχηματίζονται ανταρτικά σώματα Ελλήνων της Μακεδονίας (1903), ενώ παράλληλα στην Αθήνα οργανώθηκε το Μακεδονικό Κομιτάτο που αποφάσισε αποστολή στη Μακεδονία οργανωμένων ανταρτικών σωμάτων, τα οποία έφτασαν στη Μακεδονία το 1904.
Ως το 1908 οι απώλειες ξεπέρασαν τους 2.000 νεκρούς. Με τους βαλκανικούς πολέμους (1912–1913) το μεγαλύτερο νότιο τμήμα της Μακεδονίας προσαρτήθηκε οριστικά στο νέο ελληνικό κράτος (Ειρήνη του Βουκουρεστίου, 1913). Το βόρειο τμήμα της πέρασε στην κυριαρχία των Σέρβων, το βορειοανατολικό στα χέρια των Βουλγάρων.
Στον α’ παγκόσμιο πόλεμο, με την απόβαση των Συμμάχων στη Θεσσαλονίκη, η Μακεδονία έπαιξε το ρόλο «περιχαρακωμένου στρατοπέδου» για τέσσερα ολόκληρα χρόνια (1914–1918). Τότε, και έπειτα από την εθνική διαφωνία του Ελευθέριου Βενιζέλου με το βασιλιά Κωνσταντίνο, ο πρώτος ίδρυσε, το 1916 και για ένα έτος, χωριστό ελληνικό κράτος, με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη.
Το 1923 με την ανταλλαγή των πληθυσμών έφυγαν από τη Μακεδονία οι Τούρκοι και εγκαταστάθηκαν σ’ αυτήν πρόσφυγες Έλληνες της Μ. Ασίας, της Α. Θράκης, του Πόντου κ.ά. περιοχών που έφεραν από τις πατρίδες τους νέα στοιχεία πολιτισμού.
Στην ελεύθερη Μακεδονία άρχισε νέα περίοδος ακμής.
Τον Απρίλιο του 1941, με την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων, άρχισαν για τη Μακεδονία, όπως και για όλη την Ελλάδα,[GLi] νέες δοκιμασίες ως τον Οκτώβριο του 1944, που συνεχίστηκαν με τον εμφύλιο πόλεμο (1946-1949), που άφησε πίσω του μίση, θύματα και ανυπολόγιστες υλικές ζημιές. . . .

Επιμέλεια Άρθρου : Γεώργιος Λυμπερόπουλος