Στο μεταξύ σημαντικά γεγονότα διαδραματίστηκαν στην περιοχή των ηγεμονιών.
Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1787 είχε ξεσπάσει και ο Ν. Μαυρογένης, που είχε[GLi]διοριστεί σερασκέρης (αρχιστράτηγος) των τουρκικών στρατευμάτων, νικήθηκε από τους Αυστρορώσους και αποκεφαλίστηκε το 1790 με διαταγή του σουλτάνου.
Ο Ρήγας πριν από το τραγικό τέλος του Μαυρογένη είχε περάσει στην υπηρεσία του μεγάλου σερδάρη Χριστόδουλου Κυρλιάνου, που προσχώρησε στους Αυστριακούς, και τον ακολούθησε ως γραμματικός του στη Βιέννη. Στο σύντομο διάστημα της παραμονής του εκεί (1790–1791) τύπωσε και κυκλοφόρησε τα πρώτα του βιβλία: το «Σχολείον των ντελικάτων εραστών», μεταφράσεις γαλλικών ρομάντζων, και το «Φυσικής απάνθισμα», μια επιλογή από φυσικές και αστρονομικές γνώσεις της εποχής, που προοριζόταν για διδακτικό βιβλίο. Σκόπευε ακόμη να εκδώσει το «Πνεύμα των νόμων» του Μοντεσκιέ, για να κάνει γνωστές στους Έλληνες τις βασικές πολιτικές ιδέες του διαφωτισμού, αλλά τελικά αυτή η έκδοση δεν πραγματοποιήθηκε.
Το 1791 ο Ρήγας γύρισε στο Βουκουρέστι και έμεινε εκεί ως το 1796.
Η οικονομική του άνεση είχε μεγάλα κτήματα στη Βλαχία, όπου εγκατέστησε και την οικογένειά του, του έδωσε τη δυνατότητα να ασχοληθεί απερίσπαστος με την προετοιμασία για τη μεγάλη του εξόρμηση. Στα χρόνια αυτά θα πρέπει να έδωσε συγκεκριμένη μορφή στα οράματά του και να προγραμμάτισε, σε γενικές γραμμές, τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργούσε. Ακόμη, όταν με τη συνθήκη του Ιασίου (1792) οι ελπίδες των Ελλήνων για απελευθέρωση με τη βοήθεια της Ρωσίας κλονίστηκαν σοβαρά, θα πρέπει να σημειώθηκε και η αποφασιστική στροφή του Ρήγα προς τη δημοκρατική Γαλλία, που είχε διακηρύξει ότι αγωνιζόταν για την ελευθερία όλων των λαών. Οι πληροφορίες όμως ότι είχε επαφές με Γάλλους πράκτορες και με το γαλλικό προξενείο του Βουκουρεστίου δεν είναι εξακριβωμένες. Τέλος, όταν ο Ναπολέοντας επιτέθηκε στη Βόρεια Ιταλία συντρίβοντας τις αυστριακές στρατιές, η μεγάλη ώρα του Ρήγα είχε φτάσει. Τον Αύγουστο του 1796 πήγε στη Βιέννη και έμεινε εκεί ως το τέλος του 1797.

Στην περίοδο αυτή ο Ρήγας ανέπτυξε τη μεγαλύτερη εκδοτική και επαναστατική του δραστηριότητα.
Σε συνεργασία με στελέχη της εκεί ακμαίας ελληνικής παροικίας[GLi] πραγματοποίησε έναν εκδοτικό άθλο τυπώνοντας και κυκλοφορώντας μια σειρά από βιβλία, χάρτες και άλλα έντυπα, όπως ο «Ηθικός τρίπους», μεταφράσεις ξένων λογοτεχνικών έργων, ο «Νέος Ανάχαρσις» του Μπαρτελεμί, η «Νέα Χάρτα της Βλαχίας», η «Γενική Χάρτα της Μολδαβίας», μια εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και άλλα. Τα πιο σημαντικά του όμως έργα, αντιπροσωπευτικά των επαναστατικών πολιτικών του ιδεών, ήταν:
α) Η «Χάρτα της Ελλάδος», γνωστή και ως «Μεγάλη Χάρτα του Ρήγα», δωδεκάφυλλος χάρτης, έργο μεγαλειώδες στη σύλληψη και την εκτέλεσή του. Απεικόνιζε όλη τη Βαλκανική, από το Δούναβη ως την Κρήτη και από το Ιόνιο ως τη Δυτική Μικρά Ασία, δηλαδή όλη την έκταση όπου οραματιζόταν ο Ρήγας να απλώσει το κίνημά του. Ο χάρτης ήταν διακοσμημένος με παραστάσεις από την ελληνική μυθολογία και από τις μεγάλες στιγμές της αρχαίας και της βυζαντινής ιστορίας. Είχε ακόμη επιγράμματα, καταλόγους Βυζαντινών αυτοκρατόρων, απεικονίσεις ελληνικών νομισμάτων και δίπλα στις σύγχρονες ονομασίες αναγράφονταν και οι αρχαίες. Δικαιολογημένα χαρακτηρίστηκε ως «Πατριδογνωστική εγκυκλοπαίδεια».
β) Ο «Θούριος», το έργο με την πιο πλατιά διάδοση στους υπόδουλους Έλληνες, ένα φλογερό επαναστατικό σάλπισμα, που καλούσε όλους τους λαούς της Βαλκανικής σε γενική εξέγερση. γ) Το «Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας», η εφαρμογή σε συγκεκριμένο κείμενο των πολιτικών ιδεών του Ρήγα. Τυπώθηκε σε μεγάλο τετρασέλιδο, μαζί με το Θούριο και μια επαναστατική προκήρυξη, και είχε τον τίτλο «Νέα πολιτική διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων νήσων και της Βλαχομπογδανίας». Για τη σύνταξή του ο Ρήγας βασίστηκε στα γαλλικά επαναστατικά συντάγματα, και ιδιαίτερα στο σύνταγμα του 1793, και διέγραφε το πολίτευμα που θα επικρατούσε στην ελληνική δημοκρατία, η οποία θα προερχόταν από την επανάσταση. Το έργο κατασχέθηκε από την αυστριακή αστυνομία και μόνο χειρόγραφα αντίγραφά του σώθηκαν.
Εκτός από την εκδοτική δραστηριότητα ο Ρήγας ανέπτυξε στην ίδια περίοδο και παράλληλη συνωμοτική δράση. Δεν είναι γνωστό αν δημιούργησε οργάνωση και ούτε φαίνεται πιθανό. Απέκτησε όμως αφοσιωμένους οπαδούς και υποστηρικτές, όπως ήταν ο Ευστρ. Αργέντης, έμπορος από τη Χίο στη Βιέννη, οι αδερφοί Μαρκίδες Πούλιου από τη Σιάτιστα, τυπογράφοι και εκδότες (στο τυπογραφείο τους τυπώθηκαν τα περισσότερα έργα του Ρήγα), ο Αντ. Κορωνιός, Χιώτης έμπορος στην Τεργέστη, και πολλοί άλλοι. Οι πληροφορίες ότι ο Ρήγας είχε συνωμοτικές επαφές με Γάλλους αξιωματούχους και με τον ίδιο το Ναπολέοντα δεν είναι εξακριβωμένες. Το 1797 όμως, όταν ο Ναπολέοντας πήγε στην Τεργέστη, δέχτηκε επιτροπές Ελλήνων και ίσως ανάμεσά τους να ήταν και ο Κορωνιός.
Ο Ρήγας πάντως υπολόγιζε πολύ στην υποστήριξη των Γάλλων και όταν αυτοί μετά τη συνθήκη του Καμποφόρμιο αποβιβάστηκαν στα Επτάνησα, αποφάσισε να περάσει στην ανοιχτή δράση και να αρχίσει την επανάσταση, αν και δεν είχε συμπληρώσει ακόμη τις προετοιμασίες του. Οι πληροφορίες που υπάρχουν για το επαναστατικό του σχέδιο προέρχονται από το πόρισμα των ανακρίσεων της αυστριακής αστυνομίας. Σύμφωνα με αυτό, ο Ρήγας σκόπευε, αφού πήγαινε πρώτα στην Τεργέστη, να περάσει στην Πελοπόννησο, όπου θα ξεσήκωνε σε επανάσταση τους Μανιάτες. Μετά στην Ήπειρο θα ξεσήκωνε τους Σουλιώτες και ύστερα θα ελευθέρωνε τη Μακεδονία, την Αρβανιτιά, την υπόλοιπη Ελλάδα και τις άλλες περιοχές της Βαλκανικής. Είχε ακόμη την πρόθεση, σύμφωνα με το ίδιο πόρισμα, να εγκαταστήσει «Γαλλικό πολίτευμα».
Το Δεκέμβριο του 1797 ο Ρήγας έστειλε στην Τεργέστη τρία κιβώτια με επαναστατικά έντυπα, για να τα παραλάβει, όταν θα πήγαινε εκεί ο ίδιος, και να τα μεταφέρει στην Ελλάδα. Για λόγους ασφάλειας η αποστολή έγινε από τον Ε. Αργέντη, έμπορο της Βιέννης, προς το Ν. Κορωνιό, στην Τεργέστη. Στον τελευταίο ο Ρήγας έστειλε και δύο επιστολές, στις οποίες του εξηγούσε ποιο ήταν το περιεχόμενο των κιβωτίων και του έδινε οδηγίες για τη φύλαξή τους. Ο Κορωνιός όμως έλειπε και τα γράμματα τα πήρε και τα διάβασε ο συνεταίρος του Δημήτριος Οικονόμου, ο οποίος, επειδή φοβήθηκε μήπως μπλεχτεί σε όλη αυτή τη συνωμοτική κίνηση, τα παρέδωσε στην αυστριακή αστυνομία (η Τεργέστη ανήκε τότε στην Αυστρία). Τα κιβώτια κατασχέθηκαν και ανοίχτηκαν και όταν ο Ρήγας έφτασε[GLi] ανύποπτος στην Τεργέστη, στις 19 Δεκεμβρίου του 1797, πιάστηκε αμέσως και άρχισε να ανακρίνεται. Ταυτόχρονα έγιναν συλλήψεις πολλών συνεργατών του στην Τεργέστη και στη Βιέννη.
Η σύλληψη του Ρήγα ακριβώς τη στιγμή που ξεκινούσε για να πραγματώσει το μεγάλο του όραμα, στάθηκε βαρύ πλήγμα γι’ αυτόν. Στη φυλακή της Τεργέστης, όπου ήταν κλεισμένος, έκανε μια απόπειρα αυτοκτονίας με μαχαίρι και χρειάστηκε να περάσουν δύο μήνες για να θεραπευτεί από το τραύμα του. Το Φεβρουάριο του 1798 οδηγήθηκε στη Βιέννη και ακολούθησαν επίμονες ανακρίσεις, που στη διάρκειά τους φάνηκε ότι οι ενέργειες των συνωμοτών δε στρέφονταν εναντίον του αυστριακού κράτους. Θεωρήθηκαν όμως επικίνδυνοι από τη συντηρητική Αυστρία για την ιδεολογική τους κυρίως τοποθέτηση και γι’ αυτό όσοι δεν ήταν υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας απελάθηκαν από τη χώρα, ενώ ο Ρήγας και άλλοι εφτά σύντροφοί του παραδόθηκαν στους Τούρκους και φυλακίστηκαν στο φρούριο Νεμπόιζα του Βελιγραδίου. Εκεί, ύστερα από εντολή του σουλτάνου εκτελέστηκαν στις 24 Ιουνίου του 1798 με στραγγαλισμό και τα πτώματα τους ρίχτηκαν στο Δούναβη.
Οι επτά σύντροφοι του Ρήγα που συμμερίστηκαν το τραγικό του τέλος ήταν οι:
Ευστράτιος Αργέντης, έμπορος από τη Χίο,
Ιωάννης Εμμανουήλ, φοιτητής της ιατρικής από την Καστοριά,
Παναγιώτης Εμμανουήλ, αδερφός του προηγούμενου και υπάλληλος του Αργέντη,
Ιωάννης Καρατζάς, λόγιος από τη Λευκωσία,
Αντώνιος Κορωνιός, έμπορος από τη Χίο,
Δημήτριος Νικολίδης, γιατρός από τα Ιωάννινα, και
Θεοχάρης Τουρουντζιάς, έμπορος από τη Σιάτιστα.
Σύμφωνα με μια παράδοση, την ώρα που προσπαθούσαν να σύρουν το Ρήγα έξω από το κελί του, αυτός χτύπησε με τη γροθιά του το φύλακα και γι’ αυτό αναγκάστηκαν να τον σκοτώσουν πυροβολώντας τον.
Τα τελευταία του λόγια, πριν πεθάνει, ήταν:
«Έτσι πεθαίνουν τα παλικάρια αρκετό σπόρο έσπειρα· θα ‘ρθει η ώρα που θα βλαστήσει και το γένος μου θα συνάξει το γλυκό καρπό».

Επιμέλεια Άρθρου : Γεώργιος Λυμπερόπουλος