Θαλάσσια θεότητα της ελληνικής μυθολογίας.
Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Πόντου και της Γης.
Στα ομηρικά έπη [GLi] αναφέρεται ως «άλιος γέρων» (θαλάσσιος γέρος).
Πήρε γυναίκα του την κόρη του Ωκεανού (Ωκεανίδα) Δωρίδα και απέκτησαν πενήντα πανέμορφες κόρες, τις Νηρηίδες.
Μία απ’ αυτές ήταν και η Θέτιδα, η μητέρα του Αχιλλέα.
Στο γάμο της με τον Πηλέα ο Νηρέας πρόσφερε πλούσια δώρα.
Κατά τον Ησίοδο, ο Νηρέας έλεγε πάντα την αλήθεια και τον αποκαλούσαν «γέροντα», γιατί ήταν ειλικρινής και πράος και ήξερε να δίνει δίκαιες και σωστές συμβουλές (Θεογονία, 233 κ. ε.). Γι’ αυτό οι ναυτικοί τον θεωρούσαν ευεργετική θεότητα.
Αναφέρεται ακόμη ότι ήταν προικισμένος με μαντικές ιδιότητες και ότι μπορούσε να αλλάζει μορφές κατά βούληση.
Κατοικούσε σ’ ένα λαμπρό σπήλαιο-ανάκτορο, που βρισκόταν στα βάθη της θάλασσας.
Γνωστή είναι από διάφορες απεικονίσεις σε αγγειογραφίες η πάλη του Νηρέα με τον Ηρακλή.
Αυτό το επεισόδιο έγινε όταν ο ήρωας πήγαινε να πάρει τα μήλα των Εσπερίδων και θέλησε να έχει ακριβείς πληροφορίες για τον τόπο όπου βρίσκονταν.
Όταν ρώτησε τις Νύμφες, αυτές τον συμβούλεψαν να ρωτήσει το Νηρέα.
Ο Ηρακλής βρήκε το θαλάσσιο γέροντα να κοιμάται, τον αιφνιδίασε και τον έδεσε.
Έτσι δεμένο τον κράτησε, ενώ αυτός άλλαζε συνέχεια μορφές, και δεν τον έλυσε παρά μόνο όταν φανέρωσε σε ποιο μέρος βρίσκονταν τα μήλα των Εσπερίδων.
Επιμέλεια Άρθρου : Γεώργιος Λυμπερόπουλος