Οι Λαβδακίδες είναι η γνωστότερη οικογένεια του μυθολογικού θηβαϊκού κύκλου. Η τραγική μοίρα του Λάιου, του Οιδίποδα και των παιδιών του ήταν από τα αγαπητότερα θέματα των αρχαίων Ελλήνων.
Ο Κάδμος την πόλη που ίδρυσε την ονόμασε Καδμεία.
Η πόλη αυτή μετονομάστηκε σε Θήβη πολύ αργότερα από δυο αδερφούς που βασίλεψαν σ’ αυτήν, τον Αμφίω να και τον Ζήθο.
Το όνομά της το πήρε από τη γυναίκα του Ζήθου, κόρη του Ασωπού.
Σύζυγος του Αμφίω να ήταν η Νιόβη, που του χάρισε, επτά (7) γιους και (7) επτά κόρες. Η Νιόβη καυχιόνταν ότι ήταν πιο “καρπερή” από τη Λητώ, μητέρα των θεών Απόλλωνα και Άρτεμης, πράγμα που στοίχισε τη ζωή των παιδιών της, τα οποία θανατώθηκαν από τους δυο θεούς, που τιμώρησαν την έπαρση της μητέρας τους.
Οι δυο βασιλιάδες, Αμφίων ας και Ζήθος, ουσιαστικά ήταν σφετεριστές του θηβαϊκού θρόνου, μια και δεν κατάγονταν απευθείας από τον Κάδμο, αλλά ήταν ξαδέρφια του Λάβδακου, εγγονού του Κάδμου.
Όταν ο Κάδμος αποσύρθηκε στην Ιλλυρία, έγινε βασιλιάς ο τελευταίος γιος του Πολύδωρος, ο οποίος πέθανε πολύ νωρίς, ενώ ο γιος του Λάβδακος ήταν ακόμη ανήλικος. Την επιτροπεία του νεαρού βασιλιά ανέλαβε ο παππούς του, από τη μεριά της μητέρας του, Νυκτέας και κατόπιν ο αδερφός του τελευταίου, Λύκος, ο οποίος μόλις ενηλικιώθηκε ο Λάβδακος, του παρέδωσε την εξουσία. Ο Λάβδακος πεθαίνοντας άφησε ανήλικο το γιο του Λάιο.
Έτσι επανεμφανίστηκε στο προσκήνιο ως επίτροπος του θρόνου, ο Λύκος. Πριν ακόμα ενηλικιωθεί ο Λάιος ο θρόνος της Θήβας περιέρχεται στον Αμφίω να και τον Ζήθου, οι οποίοι καταλαμβάνουν την Καδμεία σκοτώνοντας τον Λύκο και τη γυναίκα του Δίρκη.
Με το θάνατο των δυο αδερφών ο θρόνος πηγαίνει στο νόμιμο βασιλιά της Θήβας, τον Λάιο. Με τον Λάιο αρχίζουν τα βάσανα της οικογένειας των Λαβδακιδών. Ο Λάιος παντρεύτηκε την Επικάστη ή Ιοκάστη, κόρη ενός “σπαρτού”, του Εχίονα, ο οποίος ήταν σύζυγος της κόρης του Κάδμου, Αγαύης. Παρά τη συμβουλή όμως του μαντείου των Δελφών να μην αποκτήσουν γιο, τα πράγματα δεν κύλησαν ομαλά και έτσι γεννήθηκε ο Οιδίποδας. Ο χρησμός έλεγε πως ο Λάιος θα θανατωνόταν από το γιο του.
Πανικοβλημένος ο βασιλιάς αποφάσισε να ξεφορτωθεί το “επικίνδυνο” μωρό, παρατώντας το στο βουνό Κιθαιρώνας. Εκεί όμως βρήκε το βρέφος και το περιμάζεψε κάποιος βοσκός, ο οποίος μη μπορώντας να το αναθρέψει, το παρέδωσε στο βασιλιά της Κορίνθου Πόλυβο.
Έτσι ο Οιδίποδας ανατράφηκε σαν βασιλόπουλο.
Μεγαλώνοντας έμαθε τον τρομερό χρησμό, ότι δηλαδή θα σκότωνε τον πατέρα του, και πιστεύοντας πως είναι παιδί του Πόλυβου, αποφάσισε ν’ απομακρυνθεί από την Κόρινθο για ν’ αποφύγει το κακό. Η τραγική του μοίρα όμως δεν είχε παίξει ακόμη το τελευταίο της παιχνίδι. Τον οδήγησε στην πραγματική του πατρίδα, τη Θήβα, όπου σ’ ένα σταυροδρόμι συνάντησε τον πραγματικό του πατέρα, τον Λάιο, τον οποίο και σκότωσε ύστερα από φιλονικία. Η μοίρα όμως και πάλι δεν είχε ολοκληρώσει το έργο της.
Ήρθε αντιμέτωπος με τη Σφίγγα – το μυθικό τέρας, κόρη του Τυφώνα και της Έχιδνας, με σώμα λιονταριού, φτερά και κεφάλι γυναίκας– που καταδυνάστευε την πόλη της Θήβας, μια και απαιτούσε από τους πολίτες της να λύσουν ένα αίνιγμα που τους έθετε τραγουδιστά.
Η αποτυχία λύσης του αινίγματος οδηγούσε τους Θηβαίους στο θάνατο. Με δυο λόγια το αίνιγμα ρωτούσε ποιο ήταν το ζώο που έχει φωνή και βαδίζει με τα τέσσερα, ύστερα με τα δυο και τέλος με τα τρία.
Ο Οιδίποδας έδωσε τη σωστή απάντηση: ο άνθρωπος.
Όταν γεννιέται μπουσουλάει στα τέσσερα, μεγαλώνοντας στηρίζεται στα δυο του πόδια και γερνώντας χρειάζεται μπαστούνι για να περπατήσει. Το βραβείο για τη λύση του αινίγματος της Σφίγγας ήταν σημαντικό, μα συνάμα και βαθιά τραγικό για τον Οιδίποδα. Παντρεύτηκε τη χήρα βασίλισσα της Θήβας Ιοκάστη, δηλαδή, χωρίς βέβαια να το γνωρίζει, τη μητέρα του.
Μετά από χρόνια ο Οιδίποδας, ενώ βασίλευε στη Θήβα και είχε αποκτήσει παιδιά με την Ιοκάστη, άρχισε να υποπτεύεται συνωμοσία εναντίον του. Ύστερα από ένα χρησμό του τυφλού μάντη Τειρεσία ότι πρέπει ν’ αναζητήσει την αιτία του κακού στο δολοφόνο του Λάιου, μη γνωρίζοντας ότι είναι αυτός, αναμοχλεύει το παρελθόν και αποκαλύπτει την οδυνηρή του μοίρα. Συνειδητοποιεί ότι είναι πατροκτόνος, αλλά και αιμομίκτης.
Στο άκουσμα της αλήθειας, η μητέρα του και γυναίκα του Ιοκάστη αυτοκτονεί, ενώ ο ίδιος τυφλώθηκε μόνος του και αυτοεξορίστηκε μακριά από την πόλη που του θύμιζε τα βάσανά του. Ο οίκος των Λαβδακιδών ζούσε μια μεγάλη τραγωδία.
Ακολουθεί η τραγική ιστορία των παιδιών του Οιδίποδα και της Ιοκάστης, του Ετεοκλή και του Πολυνείκη, της Αντιγόνης και της Ισμήνης. Μετά την αυτοεξορία του Οιδίποδα, ο Ετεοκλής με τον Πολυνείκη φιλονικούσαν για το ποιος θα καταλάβει το θρόνο της Θήβας. Ο Πολυνείκης έχασε τη μάχη και χολωμένος κατέφυγε στο βασιλιά του Άργους Άδραστο, τον οποίο και προσπαθούσε να πείσει με διάφορα ανταλλάγματα, να τον βοηθήσει να πάρει το θρόνο από τον Ετεοκλή.
Ο Άδραστος αποφάσισε να τεθεί επικεφαλής άλλων έξι Αργείων αρχηγών και να συν-εκστρατεύσει με τον Πολυνείκη εναντίον του αδερφού του τελευταίου.
Ανάμεσα στους στρατηγούς των Αργείων ήταν ο μάντης Αμφιάραος, σύζυγος της αδερφής του Άδραστου, Εριφύλης. Ως μάντης ο Αμφιάραος προέβλεψε ότι η επιχείρηση δε θα πήγαινε καλά και αρνήθηκε να ενστερνιστεί τις απόψεις του γαμπρού του. Είχε όμως συμφωνήσει με τον Άδραστο ότι σε περίπτωση διαφωνίας μαζί του για οποιοδήποτε θέμα, κριτής θα ήταν η Εριφύλη. Η τελευταία συντάχθηκε με τον αδερφό της, με το αζημίωτο βέβαια.
Ο Άδραστος της υποσχέθηκε το περίφημο γαμήλιο δώρο του Κάδμου προς την Αρμονία, το περιδέραιο που κατασκεύασε ο Ήφαιστος. Ο Αμφιάραος, θέλοντας και μη, ακολούθησε την εκστρατεία, αλλά όρκισε και τους δυο γιους του να εκδικηθούν τόσο την Εριφύλη, όσο και την πόλη των Θηβών. Η εκστρατεία αυτή, που έμεινε γνωστή ως “Επτά επί Θήβας” (δηλαδή οι επτά στρατηγοί εναντίον των Θηβών), απέτυχε, όπως άλλωστε είχε προβλέψει ο Αμφιάραος. Η Θήβα είχε επτά πύλες και κάθε στρατηγός έπιασε από μία, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η πόλη δεν έπεσε στα χέρια τους. Όλοι οι Αργείοι εκτός από τον Άδραστο σκοτώθηκαν. Τα δυο αδέρφια, Ετεοκλής και Πολυνείκης, μονομάχησαν μεταξύ τους για να λύσουν έτσι τη διαφορά τους. Το αποτέλεσμα δεν ευνόησε κανέναν• τα αδέρφια αλληλοσκοτώθηκαν. Έτσι στα δεινά των Λαβδακιδών, εκτός από την πατροκτονία και την αιμομιξία, προστέθηκε και ένα ακόμη, η αδελφοκτονία. Μετά το θάνατο των γιων του Οιδίποδα τη βασιλεία ανέλαβε ο αδερφός της Ιοκάστης, ο Κρέοντας. Ο Κρέοντας θεωρώντας σφετεριστική τη διεκδίκηση του θρόνου από τον Πολυνείκη, απαγόρεψε την ταφή του, καθώς επίσης και την ταφή των Αργείων συμμάχων του. Τη διαταγή του Κρέοντα αψήφησε μια γυναίκα, η κόρη του Οιδίποδα και αδερφή των νεκρών, η Αντιγόνη.
Η ποινή για τη μη τήρηση της εντολής του βασιλιά Κρέοντα ήταν ο θάνατος.
Η Αντιγόνη δε δείλιασε στιγμή. Περιποιήθηκε και έθαψε το νεκρό Πολυνείκη. Η οργή του Κρέοντα εκδηλώθηκε άμεσα και χαρακτηριζόταν από την αλαζονεία ενός τυραννικού άρχοντα. Η Αντιγόνη καταδικάστηκε σε θάνατο και κλείστηκε σε μια σπηλιά, ώσπου να επέλθει το μοιραίο. Στην τιμωρία της την ακολούθησε ο μνηστήρας της Αίμονας γιος του Κρέοντα. Η τραγικότητα της οικογένειας συνεχιζόταν. Δέκα χρόνια μετά την εκστρατεία των επτά εναντίον της Θήβας, οι απόγονοι του Πολυνείκη και των Αργείων, οι λεγόμενοι Επίγονοι ετοίμασαν νέα εκστρατεία εναντίον της Θήβας. Πρωταγωνιστές ο γιος του Πολυνείκη, Θέρσανδρος, οι γιοι του Αμφιάραου Αλκμαίονας και Αμφίλοχος οι οποίοι πήραν μέρος και στην Τρωική εκστρατεία.Ένας χρησμός έλεγε ότι η εκστρατεία θα επιτύχει μόνο αν ηγηθεί σ’ αυτήν ο Αλκμαίονας. Ο τελευταίος, όμως, ήθελε να εκπληρώσει τον όρκο προς τον πατέρα του και να τιμωρήσει τη μητέρα του Εριφύλη, η οποία ουσιαστικά τον είχε στείλει στο θάνατο.
Η Εριφύλη, θέλοντας να ικανοποιήσει την πλεονεξία της και να αποκτήσει το περιδέραιο της Αρμονίας που της είχε υποσχεθεί ο Πολυνείκης, αλλά και τον πέπλο που χάρισε ο Κάδμος στην Αρμονία τον οποίο της υποσχέθηκε ο Θέρσανδρος, έπεισε τα παιδιά της να μετάσχουν στην εκστρατεία. Η Θήβα αυτή τη φορά δεν άντεξε και υπέκυψε στους “επιγόνους”, από τους οποίους και καταστράφηκε πλήρως.
Ο Αλκμαίονας μετά την επιτυχή έκβαση της εκστρατείας γύρισε και σκότωσε την Εριφύλη εκπληρώνοντας τον όρκο του προς τον πατέρα του.
Είχε σκοτώσει όμως τη μητέρα του.
Καταλήφθηκε από μανία, από την οποία θα απαλλασσόταν μόνο όταν κατόρθωνε να εγκατασταθεί σε κάποιον εντελώς καινούριο τόπο που δεν υπήρχε όταν έγινε το φονικό της μάνας του. Σε μια περιοχή, δηλαδή, αμόλυντη.
Μετά από περιπλανήσεις βρήκε έναν τέτοιο τόπο και εγκαταστάθηκε εκεί σε μια περιοχή στις εκβολές του ποταμού Αχελώου στην Ήπειρο, που είχε σχηματιστεί από τις συνεχείς προσχώσεις του ποταμού.
Επιμέλεια Άρθρου : Γεώργιος Λυμπερόπουλος