Πόλη του νομού Βοιωτίας.
Αποτελεί έδρα του δημοτικού διαμερίσματος Θηβαίων και του δήμου Θηβαίων.
Έχει 21.211 κατοίκους και είναι χτισμένη πάνω σε λόφους με βαθιές διαβρώσεις (200–250 μ. ύψ.), που της χαρίζουν κλίμα ξερό και δεσπόζουν σε όλο το γύρω κάμπο.
Η Θήβα είναι αξιόλογο γεωργικό κέντρο για τα κηπευτικά, το βαμβάκι και τα κτηνοτροφικά προϊόντα του.
Κατά την παράδοση, η πόλη πήρε το όνομά της από τη Θήβα, κόρη του Ασωπού ή του Δία, ή ερωμένη του Δία, σύζυγο του Ζήθου.
Μνημεία : Η σημερινή πόλη είναι χτισμένη στην τοποθεσία της αρχαίας ακρόπολης, της Καδμείας, που ήταν Επτάπυλη. Τα αντίστοιχα ονόματα των πυλών της ήταν: Ωγύγιαι, Ηλέκτραι (προς τις Πλαταιές), Προιτίδες (προς την Τανάγρα και Χαλκίδα), Νήισται, Κρηναίαι, Ογκαίαι, Ομολωίδες. Ο περίβολος της αρχαίας πόλης ήταν 43 στάδια και μαζί με τις γύρω κώμες (προάστια και κήπους) έφτανε τα 70. Την πόλη διέσχιζε ο ποταμός Ισμηνός που κατέβαινε από τον Κιθαιρώνα και η πηγή Δίρκη (που αναφέρεται πότε ως πηγή και πότε ως ποτάμι) φημισμένη για τα καθαρά νερά της και γιατί χάριζε ομορφιά στις γυναίκες.
Κάτω από το ανάκτορο της Ακρόπολης, το «Καδμείον», βρέθηκαν λείψανα δύο ακόμη κτισμάτων, ενός της μεσοελλαδικής (πριν από το 1500 π.Χ.) και ενός της πρωτοελλαδικής εποχής (τέλη 3ης χιλιετίας π.Χ.). Στο δεύτερο ανάκτορο της μεσοελλαδικής εποχής βρέθηκε «θησαυρός» από 40 σφραγιδόλιθους κυλινδρικού σχήματος. Αυτοί προέρχονται από βασίλεια της Ανατολής και έχουν παραστάσεις. Φαίνεται πως οι αρχαίοι Θηβαίοι τους χρησιμοποιούσαν για να κατασκευάζουν άλλους μικρότερους. Στο λόφο, ανατολικά των Ηλεκτρών Πυλών, ανασκάφηκε ο ναός του Ισμηνίου Απόλλωνα. Τα σημερινά ερείπια είναι του 4ου αι. π.Χ., ο ναός όμως υπήρχε ήδη από τους γεωμετρικούς χρόνους. Στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. ο πρώτος ναός αντικαταστάθηκε από έναν άλλο αρχαϊκό, δωρικού ρυθμού, πλούσιο σε αναθήματα, που τον αναφέρουν ο Πίνδαρος και ο Ηρόδοτος.
Ανάμεσα στο σιδηροδρομικό σταθμό και τον Ισμηνό ποταμό βρίσκονται οι τοποθεσίες του αρχαίου θεάτρου και της αρχαίας αγοράς. Έπειτα από το γεφύρι υπάρχουν ερείπια από τις Προιτίδες πύλες και η «Οιδιπόδεια κρήνη» (σήμερα βρύσες Αγίων Θεοδώρων), όπου ο Οιδίποδας πλύθηκε από το αίμα του πατέρα του Λάιου, που χωρίς να το ξέρει ο ίδιος είχε σκοτώσει. Στο σημείο αυτό γιόρτασε και ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας τις νίκες του, όταν κυρίεψε τη Θήβα το 87 π.Χ. Στις πηγές του Ισμηνού βρισκόταν η Ιερά Κρήνη του Άρεως (Κεφαλάρι). Τη φρουρούσε ο δράκος που σκότωσε ο Κάδμος. Κοντά στη σημερινή μητρόπολη βρίσκονταν οι Ηλέκτρες Πύλες. Σώζονται σήμερα κυκλικά θεμέλια και δύο πύργοι. Στην ανατολική πλευρά φαίνονται ίχνη από το τείχος της Καδμείας. Μια παράδοση λέει πως στο σημείο αυτό μονομάχησαν ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης. Μια άλλη παράδοση αναφέρει πως η μονομαχία έγινε στις Νήιστες Πύλες, που δε σώζονται σήμερα. ΒΑ της πόλης βρίσκεται η Πλατεία Καδμείας (Πούρου). Εκεί ήταν το οιωνοσκοπείο του μάντη Τειρεσία. Στο σημείο αυτό υπάρχουν λείψανα τάφων του 8ου αι. π.Χ. Εδώ λέγεται πως βρισκόταν και ο τάφος της Αντιγόνης, την οποία έθαψε ζωντανή ο Κρέοντας, γιατί παράκουσε τη διαταγή του και έθαψε τον αδελφό της Πολυνείκη.
Της ρωμαϊκής και παλαιοχριστιανικής εποχής δε σώθηκαν πολλά λείψανα, παρόλο που υπήρχαν μνημεία, όπως έχουμε ενδείξεις. Της φραγκοκρατίας σώθηκαν δύο πύργοι, από τους οποίους ο ένας, ο καλύτερα διατηρημένος, βρίσκεται στον περίβολο του αρχαιολογικού μουσείου. Στο αρχαιολογικό μουσείο της Θήβας βρίσκονται πήλινες μυκηναϊκές σαρκοφάγοι, αγάλματα, ανάγλυφα, αγγεία, επιγραφές κ.ά. ευρήματα από όλη τη Βοιωτία.
Μυθολογία : Ο θηβαϊκός μυθικός κύκλος είναι ένας από τους κεντρικούς κύκλους της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Οι τραγικοί της αρχαιότητας Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης μας δίνουν στα έργα τους τα στοιχεία για να συνθέσουμε το μύθο και τη μυθική ίδρυση και ιστορία της πόλης. Σύμφωνα μ’ αυτήν ο Κάδμος από τη Φοινίκη, αναζητώντας την αδελφή του Ευρώπη, που την είχε απαγάγει ο Δίας, έφτασε σ’ αυτόν τον τόπο ύστερα από υπόδειξη του μαντείου των Δελφών. Τον οδήγησε εκεί μια αγελάδα που είχε στα πλευρά της το σήμα της Σελήνης. Το πέρασμα του Κιθαιρώνα, στις πηγές του Ισμηνού ποταμού, φύλαγε ένας δράκος. Αφού ο Κάδμος τον σκότωσε, έσπειρε τα δόντια του, από όπου φύτρωσαν οι πρώτοι κάτοικοι του τόπου, οι «σπαρτοί». Εκεί έχτισε και το παλάτι του την Καδμεία, που γύρω του απλώθηκε η Θήβα.
Άλλη μυθολογική παράδοση αναφέρει πως τα περίφημα τείχη της Θήβας υψώθηκαν χάρη στη μουσική της λύρας του Αμφίωνα. Γυναίκες του Αμφίωνα ήταν η Νιόβη που τα δώδεκα παιδιά της σκότωσαν με τις σαΐτες τους ο Απόλλωνας και η Άρτεμη. Στη Θήβα βασίλεψαν οι απόγονοι του Κάδμου, οι Λαβδακίδες, από τους οποίους καταγόταν ο Οιδίποδας.
Ιστορία : Μεγάλη ακμή γνώρισε η Θήβα στους μυκηναϊκούς χρόνους, ως έδρα ισχυρού βασιλείου, στα μέσα της 2ης π.Χ. χιλιετίας. Σύμφωνα με τη μυθολογία, η οποία όμως φαίνεται ότι έχει ιστορική βάση, ένα από τα αρχαιότερα επεισόδια της ιστορίας της Θήβας ήταν η άτυχη εκστρατεία των εφτά Αργείων αρχηγών εναντίον της, οι επίγονοι των οποίων τελικά πέτυχαν να την κυριέψουν. Εξήντα χρόνια μετά την άλωση της Τροίας, η Θήβα έγινε πρωτεύουσα της Βοιωτίας. Όμως, στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε, ακόμη και στον 7ο αι. π.Χ., παρά η πρωτεύουσα μιας πολύ χαλαρής συνομοσπονδίας. Στους μηδικούς πολέμους η Θήβα συμμάχησε με τους Πέρσες από μίσος προς τους Αθηναίους. Μετά τη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) οι Έλληνες πολιόρκησαν τη Θήβα και ζήτησαν την παράδοση αυτών που «εμήδισαν». Το 457 π.Χ. οι Θηβαίοι νίκησαν με τη βοήθεια τη Σπάρτης και έπειτα πάλι μόνοι τους τους Αθηναίους στην Κορώνεια (447 π.Χ.). Όμως, το 382 π.Χ., ο Σπαρτιάτης στρατηγός Φοιβίδας κυρίεψε την ακρόπολή της και έκανε τη Θήβα δορυφόρο της Σπάρτης. Χάρη στον Πελοπίδα και τον Επαμεινώνδα, έπειτα από τη νίκη του τελευταίου στα Λεύκτρα (370 π.Χ.), η Θήβα πήρε την ηγεμονία από τη Σπάρτη και εμφανίστηκε ως η σημαντικότερη δύναμη στην Ελλάδα. Όμως ο θάνατος του Επαμεινώνδα στη Μαντίνεια, το 362 π.Χ. ανέκοψε απότομα αυτή την άνοδο της Θήβας. Στο εξής η Θήβα δεν είναι πια γνωστή παρά μονάχα από τις συμφορές της.
Το 336 π.Χ. μετά το θάνατο του Φιλίππου Β΄, η Θήβα ξεσηκώθηκε και αποσπάστηκε από την πανελλήνια συμμαχία κατά των Περσών, που συγκροτήθηκε με ηγέτη το Μ. Αλέξανδρο. Ως αντίποινα ο Αλέξανδρος, αφού έφτασε με στρατό, κατέστρεψε συθέμελα την πόλη αφήνοντας όρθιο μονάχα το σπίτι του ποιητή Πινδάρου. Έσφαξε 6.000 κατοίκους, πήρε 30.000 δούλους και μοίρασε τη θηβαϊκή γη στις άλλες γειτονικές πολιτείες. Το 316 π.Χ. ο Κάσσανδρος ξανάχτισε τη Θήβα, που δεν μπόρεσε όμως ποτέ πια να ξαναβρεί την παλιά της αίγλη. Τους επόμενους αιώνες η Θήβα καταλήφθηκε από το Δημήτριο τον Πολιορκητή, το Μόμμιο, το Μιθριδάτη και το Σύλλα. Στον καιρό του Παυσανία (2ος αι.) μόνο στην Καδμεία (την ακρόπολη) υπήρχαν κάτοικοι, ενώ στην κάτω πόλη δεν υπήρχαν παρά μερικά ιερά. Κατά το μεσαίωνα, ο φόβος των πειρατών έγινε αφορμή να ξανα-κατοικηθεί η Θήβα. Γνώρισε και πάλι μια κάποια ευημερία χάρη στην κατεργασία του μεταξιού και τα βαφεία της. Το 1040 οι Βούλγαροι νίκησαν τους Θηβαίους, ενώ το 1147 η πόλη λεηλατήθηκε και καταστράφηκε από τους Νορμανδούς. Το 1204 ο Βονιφάτιος Γ’ ο Μομφερατικός κυρίευσε τη Θήβα και την παραχώρησε στον Όθωνα Ντελαρός. Έτσι η Θήβα έγινε πρωτεύουσα του δουκάτου των Αθηνών και έπειτα δόθηκε ως προίκα στους αυθέντες του Σεντ Ομέρ. Ο Νικόλαος Β’ του Σεντ Ομέρ (13ος αι.) έχτισε το φράγκικο κάστρο της Καδμείας από το οποίο σώζεται ένας μεγάλος πύργος. Το 1311 το κάστρο καταστράφηκε από την Καταλανική Εταιρεία. Σε όλη την τουρκοκρατία η Θήβα δεν ήταν παρά ένα ασήμαντο μικρό χωριό, που έπαθε μεγάλες ζημιές στην Επανάσταση του 1821. Ελευθερώθηκε το 1829 από το Δ. Υψηλάντη.
Επιμέλεια Άρθρου : Γεώργιος Λυμπερόπουλος