Ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε με κέντρο τις Μυκήνες στην περίοδο της ακμής του πολιτισμού του χαλκού στην Ελλάδα από τα 1600–1100 π.Χ. Αλλιώς ονομάζεται υστερο[GLi]ελλαδικός. Ο μυκηναϊκός πολιτισμός διαιρείται σε τρεις περιόδους: Πρώιμη μυκηναϊκή ή υστεροελλαδική Ι (1600 –1500 π.Χ.), Μέση μυκηναϊκή ή υστεροελλαδική ΙΙ (1500–1425 π.Χ.) και νεότερη μυκηναϊκή ή υστεροελλαδική III (1425–1100 π.Χ.).
Προέλευση του μυκηναϊκού πολιτισμού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο μινωικός πολιτισμός επέδρασε αποφασιστικά στην τελική διαμόρφωση του μυκηναϊκού, ο οποίος θεωρείται βάσιμα ως συνέχεια του πρώτου, γύρω στα 1600 π.Χ. Πολλά στοιχεία της ζωής των Μυκηνών και των άλλων μυκηναϊκών πόλεων βεβαιώνουν ότι Κρήτες καλλιτέχνες και τεχνίτες εργάστηκαν εκεί μεταφυτεύοντας τις εμπειρίες, τις τάσεις και τις αναζητήσεις τους. Παράλληλα, συνήθειες και θεσμοί της μινωικής κοινωνίας μεταφέρθηκαν στα ανάκτορα και στις πόλεις του μυκηναϊκού κόσμου. Οι Κρήτες μετέφεραν με πλοία τους Μυκηναίους στην Αίγυπτο, όταν βοήθησαν τους Αιγυπτίους να διώξουν τους Υξώς. Η σχέση με τους Κρήτες στερεώνεται καλύτερα με επιγαμίες· Μυκηναίοι παντρεύονται πριγκίπισσες από την Κρήτη. Έτσι, με τους γάμους αυτούς ο μινωικός πολιτισμός εξαπλώθηκε στις Μυκήνες και σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα.
Μυκηναϊκά κέντρα. Το κυριότερο μυκηναϊκό κέντρο είναι οι Μυκήνες και δεύτερο η Πύλος. Άλλα μυκηναϊκά κέντρα είναι η Τίρυνθα, οι Αμύκλες (το μυκηναϊκό κέντρο της κοιλάδας του Ευρώτα, όπου ανακαλύφτηκε ο θολωτός τάφος του Βαφειού), η Αθήνα, η Θήβα, ο Ορχομενός, η Άρνη (Γλα) στην Κωπαΐδα, με τη μεγαλύτερη γνωστή ακρόπολη με έκταση 200.000 τ. μ., και η Ιωλκός, που είναι το βορειότερο μυκηναϊκό κέντρο. Η νεότερη έρευνα βρίσκει σημαντικά κατάλοιπα στην Αχαΐα, Ολυμπία, Τριφυλία, με τους θολωτούς τάφους του Κακόβατου.
Μυκηναϊκή τέχνη.
Κεραμική. Αρχικά υπήρχαν δύο χαρακτηριστικές κατηγορίες αγγείων, τα μίνθεια και τα αμαυρόχρωμα, με φανερή μινωική επίδραση, που φαίνεται στις καμπυλόγραμμες μορφές και στα φυτικά θέματα. Στα αγγεία χρησιμοποιούνται ογδόντα περίπου σχήματα με μικρές παραλλαγές στον αριθμό των λαβών, στη διαμόρφωση του χείλους και στο σχήμα της βάσης. Περισσότερο επικρατεί το σχήμα του ψευδόστομου αμφορέα, που προοριζόταν για αρωματικό λάδι και είναι ένα αγγείο με στρογγυλό σώμα, χαμηλή βάση, ψηλό και στενό στόμιο και όρθια λαβή. Άλλα συνηθισμένα σχήματα είναι οι κύλικες με ψηλό πόδι, οι πρόχοι, τα αλάβαστρα και οι σταμνίσκοι.
Η διακόσμηση περιλαμβάνει θαλασσινά και φυτικά θέματα, όπως κοχύλια, χταπόδια, παπύρους, κρίνα με αρκετά μεγάλη σχηματοποίηση. Ακόμη, γεωμετρικά σχέδια, απλά και σύνθετα, όπως τεθλασμένες γραμμές, κυματιστές, γωνίες, τρίγωνα και σπείρες.
Στην υστεροελλαδική III περίοδο (1425–1100 π.Χ.) δημιουργείται η «μυκηναϊκή κοινή» με τέλεια τεχνική και χρήσιμα και πρακτικά σχήματα. Την εποχή αυτή ξεχωρίζουμε τρεις ρυθμούς στην κεραμική:
α) τον άγριο ρυθμό, με σχηματοποιημένα θέματα, μορφές αδέξιες, αφελείς και γελοιογραφικές σε σημείο να γίνονται εκτρωματικές,
β) το ρυθμό του σιτοβολώνα, με σχήματα περιορισμένα και στοιχειώδη διακόσμηση και γ) τον πυκνό ρυθμό, με προσπάθειες να αναβιώσουν τα παλιά φυσιοκρατικά θέματα, αλλά με διακοσμητικό τρόπο.
Μεταλλοτεχνία. Τα χάλκινα μυκηναϊκά σκεύη είναι σχεδόν πανομοιότυπα με τα μινωικά. Το χαλκό τον μετέφεραν κυρίως από την Κύπρο.
Τα σκεύη από πολύτιμο μέταλλο, όπως χρυσό, άργυρο και ήλεκτρο, είναι άφθονα. Η ενθετική τεχνική έδινε τη δυνατότητα να παρασταθούν σκηνές ή διακοσμητικά θέματα. Η κυριότερη διακόσμηση γινόταν με την τεχνική της εύκρουσης και τα θέματα αποδίδονταν ανάγλυφα.
Ο κόσμος του βυθού και της θάλασσας απεικονίζεται με χάρη στα μεταλλικά σκεύη. Ακόμη αναπαριστάνονται ζώα που κινούνται με καταπληκτική ευκινησία, λιοντάρια, αιλουροειδή, ελάφια, ζαρκάδια, ταύροι και φανταστικά όντα, όπως γρύπες.
Τα πιο θαυμαστά από τα σκεύη που τεχνουργήθηκαν από πολύτιμα μέταλλα είναι εκείνα που διακοσμήθηκαν με αγωνιστικά θέματα, όπως η σύλληψη άγριων ζώων, τα κυνήγια επικίνδυνων θηραμάτων, οι αγώνες μάχης ή οι πολιορκίες. Τα δύο κύπελλα του Βαφειού έχουν έντονη μινωική επίδραση και είναι κατασκευασμένα από δύο ελάσματα χρυσού, από τα οποία το εξωτερικό έχει ανάγλυφες διακοσμήσεις. Στο ένα αναπαρίσταται σκηνή βοσκής ταύρου σε ειδυλλιακό τοπίο με δέντρα. Δύο ταύροι βρίσκονται δίπλα δίπλα, ένας τρίτος πλησιάζει προς το μέρος τους και ένας άντρας δένει έναν τέταρτο από το πόδι.
Στο άλλο χρυσό κύπελλο παρασταίνεται σύλληψη ταύρων. Στο κέντρο της παράστασης υπάρχει ένα δίχτυ στερεωμένο στις δύο άκρες του σε δέντρα. Εκεί έχει μπερδευτεί ένας ταύρος, που προσπαθεί με αγωνία να ξεφύγει. Στα δεξιά ένας άλλος ταύρος ανατρέπει δύο άντρες, που προσπαθούν να τον πιάσουν, ενώ ένας τρίτος φεύγει ορμητικά προς τα αριστερά. Πολύ παραστατική είναι η στάση του ενός απ’ τους δύο άντρες, που προσπαθούν να πιάσουν τον ταύρο. Αναπαρίσταται πιασμένος από τα κέρατα του ταύρου, μετέωρος, με το κεφάλι προς τα κάτω.
Άλλα αντικείμενα κατασκευασμένα από πολύτιμα μέταλλα που βρέθηκαν στους τάφους είναι: προσωπεία, διαδήματα και ημιδιαδήματα, σκουλαρίκια, αλυσίδες λαιμού που δήλωναν κάποιο αξίωμα, περιδέραια.
Οπλουργία. Η οπλουργία σημείωσε αξιοσημείωτη πρόοδο τη μυκηναϊκή εποχή. Τα ξίφη έχουν περίτεχνη λαβή σκεπασμένη με χρυσά ελάσματα, που διακοσμούνται με ωραίες παραστάσεις.
Πηλοπλαστική. Κύριοι αντιπρόσωποί της είναι τα ειδώλια. Είναι μάλλον φυσιοκρατικά και συνεχίζουν τη μινωική παράδοση. Συνηθισμένα είναι τα τυποποιημένα μικρά ειδώλια Χ, Ψ, Τ, που στηρίζονται σε κισσωτό στέλεχος ή στο κάτω μέρος είναι κωνικά. Πολλές ερμηνείες δόθηκαν σχετικά με τα ειδώλια αυτά, π.χ. ότι είναι υποκατάστατα νεκρών, συνοδοί στον τάφο με μορφή θεραπαινίδων ή τροφών (συνήθως βρίσκονται σε παιδικούς τάφους).
Τοιχογραφίες : Έχουν στην αρχή μινωική επίδραση. Στο κάτω μέρος των τοίχων υπήρχαν θαμμένες πλατιές λωρίδες, άλλοτε μονόχρωμες και άλλοτε στολισμένες με διακοσμητικά σχέδια ή χρωματιστές φλέβες. Πάνω από αυτό το τμήμα ζωγραφίζονταν οι κύριες παραστάσεις.
Οι ζωγραφικές συνθέσεις διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες: Η μία επαναλαμβάνεται αυτούσια στα ανάκτορα των Θηβών, της Πύλου, των Μυκηνών και της Τίρυνθας. Αυτή η ζωγραφική σύνθεση αναπαριστά σειρές γυναικών, που προχωρούν σε πομπή κρατώντας διάφορα αντικείμενα, όπως πυξίδες, άνθη, αγγεία, που προσφέρονται σε κάποια θεότητα. Η δεύτερη κατηγορία αποτελείται από παραστάσεις εμπνευσμένες από την καθημερινή ζωή και τις ασχολίες των Μυκηναίων και περιλαμβάνει πολλά θέματα: φυτά, θαλασσινά, πουλιά, ζώα, άρματα και αρχιτεκτονήματα. Ακόμη, περιλαμβάνει αφηρημένα διακοσμητικά θέματα. Όλα αυτά συνθέτουν κατά κανόνα σκηνές πολεμικές και σκηνές κυνηγιού.
Η παράσταση δίνεται χωρίς βάθος. Οι μορφές είναι επίπεδα σχήματα, σχεδιασμένα με έντονο μαύρο περίγραμμα. Τα πρόσωπα είναι ζωγραφισμένα σε κατατομή, τα μάτια κατά πρόσωπο. Τα γυμνά μέρη των γυναικών αποδίδονται λευκά, των αντρών καστανά.
Το δέρμα των ζώων και το φτέρωμα των πουλιών αποδίδονται συχνά με σταυρούς, ρόδακες και κυματιστές γραμμές.
Πηγή γνώσεων για τη δημόσια και ιδιωτική ζωή των Μυκηναίων είναι οι (πήλινες) πινακίδες με επιγραφές στη Γραμμική Β και (υπό προϋποθέσεις) η Ιλιάδα του Ομήρου.
Πολίτευμα : Ήταν μοναρχία, που κυβερνούσε το κράτος με ένα πολύ αναπτυγμένο γραφειοκρατικό σύστημα. Όλα ρυθμίζονταν από την κεντρική διοίκηση των ανακτόρων με επικεφαλής το μονάρχη. Αυτή καθόριζε τους φόρους σε είδος, χορηγούσε προϊόντα στα χωριά και σε άτομα και ρύθμιζε τη λειτουργία του κράτους από τον ανώτερο αξιωματούχο ως τον τελευταίο εργάτη. Ακόμη, ασκούσε τη διοίκηση των στρατιωτικών δυνάμεων και είχε τη φροντίδα για την κίνηση των πλοίων.
Στρατιωτική οργάνωση : Οι Αιγύπτιοι καλούσαν τους Μυκηναίους να πολεμήσουν μαζί τους ως μισθοφόροι και οι Χετταίοι της Μ. Ασίας εναντίον των ιθαγενών λαών της Συρίας. Αυτό αποδεικνύει ότι οι Μυκηναίοι είχαν καλή στρατιωτική οργάνωση και θεωρούνταν άριστοι πολεμιστές.
Τα «αγχέμαχα» όπλα των πολεμιστών ήταν δόρατα με χάλκινη αιχμή, σπαθιά πλατιά και δίκοπα, ένα βαρύ και στερεό μονόστομο μαχαίρι για να σχίζουν τον αμυντικό εξοπλισμό του αντίπαλου κι ένα τσεκούρι για τη χαριστική βολή. Τα «εκηβόλα» όπλα ήταν το τόξο και το «δολιχόσκιον δόρυ», που το πετούσε από μακριά με τα χέρια ο πολεμιστής εναντίον του εχθρού. Ανώτερος διοικητής του στρατού ήταν ο βασιλιάς και ο στρατός συγκροτούνταν από πολίτες με κανονική στρατεύσιμη ηλικία, σωματική δύναμη και πνευματική υγεία. Ο στρατός ήταν συγκροτημένος από τα εξής στοιχεία: τους αρχηγούς, τους πρόμαχους, τους οπλίτες και τους ιππείς.
Για τη ναυτική οργάνωση δεν ξέρουμε τίποτε σχεδόν. Ο Όμηρος όμως δίνει στην Ιλιάδα (Ραψωδία Β) τον «νεών κατάλογον», σύμφωνα με τον οποίο οι Μυκηναίοι πήραν μέρος στην εκστρατεία της Τροίας με 100 πλοία.
Εμπορική και αποικιακή εξάπλωση των Μυκηνών. Οι Μυκηναίοι ανέπτυξαν σημαντικό εμπόριο και σε μακρινές ακόμη περιοχές, όπου ίδρυσαν και αποικίες, όπως αποδεικνύεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα που βρέθηκαν τόσο στο εσωτερικό του ελλαδικού χώρου, όσο και στο εξωτερικό, και είναι όστρακα, χρυσά κοσμήματα, είδη αγγειοπλαστικής, λείψανα οικισμών με αρχιτεκτονική και οικοδομική μυκηναϊκού τύπου.
Οι ηγεμόνες των Μυκηνών για να ελέγχουν την κίνηση του εμπορίου και για να μετακινούν με ευχέρεια τις στρατιωτικές δυνάμεις τους, είχαν χαράξει δίκτυο οδών, που ξεκινούσαν ακτινωτά από την πόλη προς διάφορες κατευθύνσεις, με σκοπό να περνούν υποχρεωτικά από τις Μυκήνες οι ταξιδιώτες και τα μεταφερόμενα εμπορεύματα. Έτσι οι ηγεμόνες εισέπρατταν φόρους και διόδια. Ο έλεγχος λοιπόν στις συγκοινωνίες ήταν μια απ’ τις πηγές της ευημερίας και του πλούτου των Μυκηνών.
Θρησκευτικός βίος των Μυκηναίων : Οι ανασκαφές που έγιναν απέδειξαν ότι οι κάτοικοι της μυκηναϊκής Ελλάδας ήταν απόγονοι των πρώτων ελληνόγλωσσων φύλων, που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή από το 1900 π.Χ. Η θρησκεία που είχαν ήταν ανεικονική και γι’ αυτό δεν υπάρχουν παραστάσεις των θεών που λάτρευαν. Αργότερα, όταν ήρθαν σε επαφή με τους Κρήτες, υιοθέτησαν πολλά μινωικά λατρευτικά στοιχεία, που τα πρόσθεσαν στην πατροπαράδοτη λατρεία και από τη συγχώνευσή τους δημιουργήθηκε η μυκηναϊκή θρησκεία.
Στην αρχή οι Μυκηναίοι υιοθέτησαν τη μινωική θεά της βλάστησης, της ευφορίας και των δέντρων, που συμβόλιζε την αναδημιουργία της φύσης. Την αρχαιότερη παράστασή της βρίσκουμε χαραγμένη στη σφενδόνη του χρυσού δακτυλίου των Μυκηνών (15ος αι. π.Χ.).
Επειδή οι Μυκηναίοι ήταν κτηνοτρόφοι, χρειάζονταν μια αντίστοιχη προστάτιδα και τη βρήκαν στη μινωική «Πότνια θηρών».
Στο μυκηναϊκό πάνθεο ανήκει και η θεά του πολέμου. Η απεικόνισή της δεν είναι ανθρωπόμορφη, αλλά είναι «παλλάδιο» (ανθρωπόμορφο προστατευτικό τρόπαιο) με κύριο χαρακτηριστικό μια οκτώσχημη ή δίκυκλη ασπίδα στερεωμένη σε ιστό. Ένα κεφάλι εξέχει από την κορυφή της ασπίδας κι ένα δόρυ προβάλλει στα πλάγια. Η συμβολική αυτή παράσταση προήλθε από την ανεικονική θρησκευτική παράδοση των Μυκηναίων και από την πολεμική τους πείρα.
Αργότερα οι Μυκηναίοι θα λατρέψουν θεότητες με τα ονόματα: Πότνια Αθηνά, Πότνια του Λαβύρινθου, Ελεύθυια, Ποσειδώνας, Ήρα, Δίας, Ερινύς, Ιππεία, Μήτηρ Θεία, Ερμής, Διόνυσος, Ιφιμέδεια, Φάνασσοι (Δήμητρα και Κόρη), Πελεία, Ποσίδεια.
Η λατρεία του θείου ήταν απλή. Προσευχές σε «σεβίζουσα» στάση, δηλαδή ανύψωση του ενός χεριού, ενώ το άλλο ακουμπούσε στο στήθος και προσφορές μικρών αναθημάτων αποτελούσαν το συνηθισμένο τρόπο λατρείας. Σπουδαίο ρόλο στη λατρεία της θεάς της γονιμότητας και της φύσης, καθώς και στις δεήσεις στα ιερά τεμένη έπαιζαν οι οργιαστικοί χοροί με συμμετοχή αντρών και γυναικών. Με τους χορούς ευχαριστούσαν τη θεά και την καλούσαν να εισακούσει τις δεήσεις τους χαρίζοντας γονιμότητα στη γη και στα ποίμνια.
Στους θεούς πρόσφεραν θυσίες, που αποτελούν τις σοβαρότερες λατρευτικές εκδηλώσεις της μυκηναϊκής εποχής. Οι αιματηρές θυσίες γίνονταν στους βωμούς και στα θυσιαστήρια, αλλά και στο ύπαιθρο. Ο ιερέας δεν ήταν απαραίτητος στη θυσιαστήρια τελετουργία· προΐστατο ο βασιλιάς ή ο ηγεμόνας. Το θυσιαζόμενο ζώο λεγόταν «ιερείον». Δοχεία που χρησιμοποιούσαν για τη θυσία ήταν ο «λέβης», μια πολυτελής λεκάνη, το «ουλοδοχείον» με το απαραίτητο στις θυσίες κριθάλευρο και το «σφαγείον» ή «αρνίον» δοχείο, όπου μάζευαν το αίμα του ιερείου.
Από τις αναίμακτες θυσίες συνηθέστερες ήταν οι σπονδές του κρασιού, από κρατήρα ή οινοχόη, όταν έσπενδε ένας. Όταν έσπενδαν πολλοί, το κρασί μοιραζόταν στα ποτήρια των συνδαιτυμόνων και το έχυναν όλοι μαζί.
Νεκρικά έθιμα : Οι Μυκηναίοι πίστευαν αναμφισβήτητα στη μεταθανάτια ζωή. Έκλειναν τα μάτια του νεκρού, τον έπλεναν με ανέρωτο κρασί και τον άλειφαν με μύρο και γύρω στο σκήνωμά του γινόταν σύναξη των συγγενών και των φίλων. Το νεκρό συνόδευε θρήνος και κοπετός. Ιδιαίτερα δυνατός ήταν ο θρήνος για νέους άγαμους και άτεκνους. Εκτός όμως από το φυσικό θρήνο, ο θρήνος και ο κοπετός κορυφώνονταν από την αντίληψη ότι οι νεκροί τον επιζητούν και αποτελούσε προσβολή στο νεκρό να μην τον κλάψουν, όσο χρειάζεται. Μετά το θρήνο δήλωση πένθους αποτελούσε το κόψιμο των μαλλιών και η αφιέρωσή τους στο νεκρό. Το ιερότερο, όμως, νεκρικό έθιμο ήταν η ταφή, γιατί πιστευόταν ότι δίχως την ταφή η ψυχή δεν ησυχάζει, αλλά περιπλανάται βασανιζόμενη. Από τα κύρια νεκρικά έθιμα ήταν η εναπόθεση στους τάφους αντικειμένων των καθημερινών ασχολιών του νεκρού, καθώς και αγαπημένων του πραγμάτων.
Ιδιωτικός βίος: 1. Αγωγή. Για τη μορφή της αγωγής πιθανολογείται ότι οι ηγεμονικοί οίκοι διέθεταν ειδικούς δασκάλους για τη διδασκαλία γραφής και ανάγνωσης και στοιχειωδών γνώσεων αριθμητικής. Η σωματική αγωγή κατείχε πρωταρχική θέση. Οι νέοι διδάσκονταν πάλη, τοξοβολία, δισκοβολία και ακοντισμό. Επίσης, γυμνάζονταν στο δρόμο και στο άλμα.
2. Γάμος–οικογενειακή ζωή. Στο γάμο υπήρχε το έθιμο της λουτροφορίας. Προσεκτικό προγαμικό λουτρό των μελλόνυμφων γινόταν σε γειτονικό ποταμό ή βρύση. Η γαμήλια τελετή συνοδευόταν από θυσίες. Από τότε υπήρχε το έθιμο του στεφανώματος και το έθιμο των λαμπάδων, που άναβε η μητέρα της νύφης.
Η λύση του γάμου με το διαζύγιο πιθανολογείται δυνατή και δεύτερος γάμος επιτρεπόταν. Στη μυκηναϊκή εποχή υπήρχε ανισότητα ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα, όχι όμως όπως στους κατοπινούς χρόνους. Ο κάθε σύζυγος είχε αρμοδιότητες και ευθύνες. Ο άντρας, πιο ρωμαλέος και ικανός, είχε τις φροντίδες έξω από το σπίτι, ενώ η γυναίκα αναλάμβανε την ευθύνη να ρυθμίζει όλες τις οικιακές εργασίες, να ελέγχει και να καθοδηγεί τους δούλους. Η Μυκηναία, γενικά, είχε αρκετή ελευθερία σε σχέση με τη γυναίκα των μεταγενέστερων περιόδων.
3. Μυκηναϊκή φιλοξενία. Κύρια χαρακτηριστικά της είναι η γενναιόψυχη και αδερφική αντιμετώπιση καθενός, ανεξαιρέτως, ξένου που θα χτυπούσε την πόρτα του μυκηναϊκού σπιτιού. Τον άγνωστο ξένο τον έλουζαν, τον μύρωναν, τον έντυναν με ρούχα καθαρά και του παρέθεταν γεύμα.
Η φιλοξενία δεν ήταν εξαρτημένη από την ταυτότητα του ξένου· προσφερόταν αξιοθαύμαστα στον οποιοδήποτε άγνωστο άνθρωπο.
4. Ψυχαγωγία. Ούτε άφθονα ούτε ποικίλα μέσα διέθεταν σχετικά οι Μυκηναίοι. Αγώνες και συμπόσια διοργανώνονταν με τέτοιο σκοπό. Τα συμπόσια γίνονταν στα μέγαρα των βασιλιάδων και των ηγετικών μελών της κοινωνίας. Πλούσια φαγητά, εκλεκτά κρασιά και οι μολπές κιθάρας έτερπαν τους συνδαιτυμόνες. Οι μουσικοί ήταν πρόσωπα αξιοσέβαστα και με μεγάλη υπόληψη, αποτέλεσμα του θαυμασμού που αισθανόταν για τη μουσική ο μυκηναϊκός λαός.
Επιμέλεια Άρθρου : Γεώργιος Λυμπερόπουλος