Όνομα οικογένειας Φαναριωτών, που καταγόταν από τον Πόντο.
Οι Ρίζοι διαιρούνταν σε δύο κλάδους, τους Ρίζους–Νερουλούς και τους Ρίζους–Ραγκαβήδες.
Οι δεύτεροι, ωστόσο, διατείνονταν ότι κατάγονταν από τη βυζαντινή οικογένεια Ραγκαβέ, που [GLi] ανέδειξε έναν αυτοκράτορα και πολλούς πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Τα κυριότερα μέλη της οικογένειας των Ρίζων-Νερουλών είναι τα εξής:
1) Ιάκωβος Νερουλός (1720–1800). Ο πρώτος Ρίζος–Νερουλός που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μετά τη μετοικεσία της οικογένειας (1700) στην πρωτεύουσα. Υπηρέτησε τους ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας και πήρε τους τίτλους του βογιάρου και του μπάνου. Πέθανε περί το 1800.
2) Γεώργιος Νερουλός. Γιος του προηγούμενου. Γεννήθηκε λίγο μετά το 1740. Υπηρέτησε και αυτός τους ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας, παίρνοντας μάλιστα τον τίτλο του καμαράση της Μολδαβίας. Παντρεύτηκε τη Βικτορία, θυγατέρα του Ιάκωβου Ρίζου–Ραγκαβή, πλούσιου και ισχυρού Φαναριώτη. Οι γιοι του Γεώργιου Νερουλού, για να τιμήσουν τον παππού τους από την πλευρά της μητέρας τους, πρόσθεσαν το όνομα Ρίζος στο επίθετό τους.
3) Θεόδωρος Ρίζος–Νερουλός. Γιος του προηγούμενου και της Βικτορίας Ρίζου. Έζησε στη Μολδοβλαχία και την Πόλη. Τιμήθηκε ιδιαίτερα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και υπήρξε σημαντικός λογοθέτης του. Το 1821 με διαταγή του σουλτάνου Μαχμούτ αποκεφαλίστηκε στην Κωνσταντινούπολη λίγο μετά την έκρηξη της Επανάστασης.
4) Ιάκωβος Ρίζος–Νερουλός (1778–1850). Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Σε μικρή ηλικία (4 ετών) έμεινε ορφανός και ο θείος του Σαμουήλ, μητροπολίτης Εφέσου, ανέλαβε την επιμέλεια της μόρφωσής του. Μετά τις σπουδές του πήγε στη Μολδαβία, όπου παντρεύτηκε την εγγονή του ηγεμόνα Αλέξανδρου Υψηλάντη και έγινε υπασπιστής του. Το 1801 διορίστηκε από τον ηγεμόνα Σούτσο επιτετραμμένος στην Υψηλή Πύλη και το 1816 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Αν και ήθελε να κατέβει στην Ελλάδα από τις πρώτες μέρες της Επανάστασης για να προσφέρει τις υπηρεσίες του, δεν το κατόρθωσε, γιατί τον εμπόδιζαν αφενός οι αρχές της Βεσαραβίας και αφετέρου το ότι η γυναίκα του ήταν βαριά άρρωστη. Το 1827 ωστόσο ακολούθησε τον Καποδίστρια στην Ελλάδα, όπου αρχικά διορίστηκε έκτακτος επίτροπος των Κυκλάδων και στη συνέχεια (1828) «γραμματέας» (υπουργός) των Εξωτερικών και του Εμπορικού Ναυτικού. Έμπιστος του Ι. Καποδίστρια, ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στην Ελλάδα και κατέλαβε κατά καιρούς ανώτατες θέσεις στον πολιτικό, το διοικητικό και το διπλωματικό τομέα ασχολούμενος παράλληλα και με τα γράμματα. Μάλιστα, κατά προτροπή του Καποδίστρια έγραψε και «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης» στη γαλλική γλώσσα (1826).
Με τη συγγραφή είχε ασχοληθεί από πολύ νωρίτερα. Το 1813 εκδόθηκε το σατιρικό του έργο «Κορακίστικα ή διόρθωσις της Ελληνικής Γλώσσης», σύγγραμμα που προκάλεσε μεγάλο θόρυβο στην εποχή του. Ο Ιάκωβος Ρίζος–Νερουλός είναι από τους πρώτους που έγραψαν τραγωδίες στη νεοελληνική, εμπνευσμένες από θέματα κλασικά, που ακολουθούσαν τη δραματουργική τεχνοτροπία των χρόνων του («Ασπασία», 1813 και «Πολυξένη», 1814).
Διατέλεσε εκτός από γραμματέας των Εξωτερικών και του Εμπορικού Ναυτικού, υπουργός Εκκλησιαστικών, Δικαιοσύνης και μέλος του Συμβουλίου Επικρατείας. Επί υπουργίας του ιδρύθηκαν το Εθνικόν Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον και η Αρχαιολογική Εταιρεία, της οποίας υπήρξε πρώτος πρόεδρος.