Μυκήνες = Αρχαία πόλη της Αργολίδας, το σπουδαιότερο κέντρο του μυκηναϊκού πολιτισμού. Συνδέθηκε με τους μύθους της Αργολίδας και ο Όμηρος την τραγούδησε στα έπη του.
Κάποιες γλωσσολογικές έρευνες δέχονται ότι το όνομα Μυκήνες προέρχεται από το μύκης (μανιτάρι). Πάντως, οι αρχαίοι πίστευαν πως προέρχεται από την ηρωίδα Μυκήνη, θυγατέρα του Ίναχου.
Μυθολογία – Ιστορία : Ως ιδρυτής των Μυκηνών αναφέρεται ο Περσέας, ο γιος του Δία και της Δανάης, πριγκίπισσας του Άργους. Ο Περσέας αποτελεί τον κύριο ήρωα του μυθολογικού κύκλου των Μυκηνών. Αυτός σκότωσε μια μέρα άθελά του τον παπ[GLi]πού του Ακρίσιο, βασιλιά του Άργους, καθώς έριχνε το δίσκο. Επειδή, όμως, δε θέλησε να διατηρήσει τη βασιλεία μιας πόλης που απέκτησε με το φόνο ενός συγγενικού του προσώπου, ζήτησε από το Μεγαπένθη, εξάδερφό του και βασιλιά της Τίρυνθας, να ανταλλάξουν τα βασίλειά τους. Ως βασιλιάς λοιπόν της Τίρυνθας έχτισε τις Μυκήνες. Εγγονός του Περσέα ήταν ο Ευρυσθέας, ξάδερφος του Ηρακλή. Μετά το θάνατο του Ευρυσθέα το βασίλειο περιήλθε στη δεύτερη δυναστεία των Μυκηνών, τους Πελοπίδες, γιατί όλοι οι γιοι του Ευρυσθέα είχαν σκοτωθεί στη μάχη εναντίον των Αθηναίων. Η σειρά βασιλείας του οίκου των Πελοπιδών έχει ως εξής: Ατρέας–Θυέστης-Αγαμέμνονας-Ορέστης-Τισαμενός (Κάθοδος Δωριέων).
Η ακρόπολη των Μυκηνών έχει χτιστεί πάνω σε λόφο, που το μεγαλύτερο ύψος του φτάνει τα 280 μ. και βρίσκεται ανάμεσα σε δύο βουνά, τον Άγιο Ηλία στα ΒΑ και τη Ζάρα στα νότια.
Δε γνωρίζουμε τη μορφή που είχε η πόλη στη μεσοελλαδική εποχή (1900–1600 π. Χ.). Θα πρέπει να επρόκειτο για ένα μικρό συνοικισμό, με όχι σπουδαίες αρχιτεκτονικές κατασκευές. Γύρω λοιπόν στα 1600 π. Χ. οι Μυκήνες δεν παρουσιάζουν εικόνα ευημερίας. Η ακμή τους εμφανίζεται στα 1400 π. Χ., οπότε θα χτιστούν τα κυκλώπεια τείχη, τα ανάκτορα και σπίτια στην ακρόπολη. Η παρακμή τους σημειώνεται δύο γενιές μετά το θάνατο του Αγαμέμνονα, όταν οι Δωριείς γίνονται κύριοι της χώρας. Σε πιο σπουδαία δωρική πόλη της περιοχής εξελίσσεται το Άργος. Οι σχέσεις, όμως, ανάμεσα στις Μυκήνες και το Άργος δεν ήταν από την αρχή φιλικές.
Στους περσικούς πολέμους οι Μυκηναίοι συμμετείχαν στην μάχη των Θερμοπυλών με 80 άντρες, καθώς και στις Πλαταιές. Μετά τα Περσικά οι Αργείοι κήρυξαν πόλεμο στους Μυκηναίους. Είναι δύσκολο να καθοριστεί πότε ακριβώς οι Αργείοι νίκησαν και κατέστρεψαν τις Μυκήνες. Η πιο σαφής πληροφορία προέρχεται από το Διόδωρο, που λέει ότι εξαιτίας των σεισμών του 469/8 π. Χ. η Σπάρτη δεν μπόρεσε να βοηθήσει τους Μυκηναίους στον πόλεμό τους με τους Αργείους, που έγινε τον επόμενο χρόνο, δηλαδή το 468/7. Μερικοί από τους κατοίκους, που θεωρήθηκαν υπαίτιοι του πολέμου, εξανδραποδίστηκαν από τους Αργείους, ενώ άλλοι κατέφυγαν στη Μακεδονία και άλλοι στην Κυρήνεια και τις Κλεωνές.
Ως τα ελληνιστικά χρόνια δεν υπάρχει επανεγκατάσταση στο χώρο της μυκηναϊκής ακρόπολης. Στην ελληνιστική εποχή δημιουργήθηκε μια μικρή κωμόπολη πάνω στα ερείπια, μηδαμινής σημασίας. Όταν ο Παυσανίας επισκέφτηκε τις Μυκήνες το 2ο αι. μ. Χ., η πόλη ήταν έρημη.
Ανασκάφηκε για πρώτη φορά στις αρχές του τελευταίου τέταρτου του 19ου αι. από το Σλήμαν, ο οποίος επιβεβαίωσε έτσι την ύπαρξη της πρωτεύουσας του Αγαμέμνονα, που παραδίδει ο Όμηρος. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν από μεγάλους επιστήμονες, Έλληνες και ξένους, στα επόμενα χρόνια, μεθοδικότερα (Τσούντας, Ουέις, Μπλέγκεν κ.ά.).
Αρχαιολογία : Οι Μυκήνες αποτελούνται από την περιτειχισμένη ακρόπολη με τα ανάκτορα, σπίτια και νεκροταφεία, από την περιτειχισμένη κάτω πόλη, με σπίτια και νεκροταφεία και από τους συνοικισμούς γύρω από το τείχος.
Τείχη : Η ακρόπολη περιβαλλόταν από ισχυρό τείχος, που ακολουθεί το σχηματισμό του εδάφους, καλύπτει επιφάνεια περίπου 30 στρεμμάτων και παρουσιάζει τριγωνικό σχήμα. Ο παλιότερος οικοδομικός ρυθμός του είναι ο κυκλώπειος ή πελασγικός με χαρακτηριστικό στοιχείο τους τεράστιους ογκόλιθους. Αργότερα θα χρησιμοποιηθούν ο ισοδομικός και ο πολυγωνικός ρυθμός. Το ύψος και το πλάτος του τείχους ποικίλλει από 3 ως 7 μ. Τα κυκλώπεια τείχη χτίστηκαν γύρω στα 1350 π. Χ., αργότερα χτίστηκαν άλλα (περίπου στα 1250 π. Χ.) που περιέλαβαν τον ταφικό περίβολο Α. Την τελική της μορφή πήρε η ακρόπολη στα τέλη του 13ου αι. π. Χ. με επέκταση των τειχών στη ΒΑ περιοχή για να περιληφθεί και η υπόγεια δεξαμενή.
Στην ακρόπολη υπάρχουν δύο πύλες. Η μεγάλη είναι η πύλη των Λεόντων, στη ΒΔ γωνία του τείχους. Σε αυτό το σημείο, στην ανατολική πλευρά, υψώνεται το τείχος απροσπέλαστο, ενώ τη δυτική υποστηρίζει πύργος ισχυρός. Το ύψος της πύλης φτάνει τα 3,15 μ. και το μεγαλύτερο πλάτος της τα 3,15 μ. Το χτίσιμο του τείχους πάνω από την πύλη διακόπτεται και σχηματίζει τρίγωνο, που κλείστηκε με μια μεγάλη πλάκα από τιτανόλιθο. Πάνω της χαράχτηκε το ανάγλυφο των δύο αντιμέτωπων λιονταριών με ένα μινωικό κίονα ανάμεσά τους. Η δεύτερη πύλη είναι πιο μικρή και βρίσκεται στο μέσο της βόρειας πλευράς του τείχους.
Ύδρευση : Μια πηγή με διαρκή παροχή νερού υπήρχε Β της ΒΔ γωνίας του τείχους. Από εκεί διοχετευόταν το νερό με υδραγωγείο μέχρι τους πρόποδες της ακρόπολης και από εκεί σε ένα «φρέαρ» που έφτανε στο εσωτερικό του τείχους με σήραγγα. Το συνολικό της μήκος έξω από το τείχος είναι 40 μ. και έχει 99 σκαλιά. Η σήραγγα έχει δύο διαφορετικούς τρόπους στέγασης. Σε ένα τμήμα είναι στεγασμένη με καμάρα που σχηματίζει οξεία κορυφή, ενώ άλλο τμήμα της είναι στεγασμένο με οριζόντια οροφή. Στο τέλος της σήραγγας υπήρχε δεξαμενή βάθους 5 μ.
Ανάκτορο : Αριστερά της πύλης των Λεόντων, ένας ανηφορικός δρόμος οδηγεί στο ανάκτορο. Από το σημείο που σταματούσε η μεγάλη ανάβαση, έμπαινε κανείς σε έναν ορθογώνιο χώρο, στο δυτικό προθάλαμο, και από εκεί μια σκάλα οδηγούσε στην αυλή του ανακτόρου. Το ανάκτορο χρονολογείται στο β‘ μισό του 14ου αι. π.Χ. και αποτελείται από το μέγαρο των αντρών, που έχει τρεις χώρους, εκ των οποίων ο ενδότερος ήταν η βασιλική αίθουσα συνεδριάσεων με στέγη που υποβασταζόταν με τέσσερις ξύλινους κίονες με πέτρινες βάσεις, μεταξύ των οποίων υπήρχε πήλινη κυκλική εστία. Βόρεια του αντρικού μεγάρου υπήρχαν τα διαμερίσματα των γυναικών και του υπηρετικού προσωπικού.
Ιδιωτικές κατοικίες και άλλα κτίρια : Σπουδαιότερα είναι:
α) η σιταποθήκη, δεξιά από την είσοδο της πύλης των Λεόντων. Πρόκειται για δημόσιο κτίριο, γιατί η βόρεια πλευρά του στηρίζεται στο τείχος, ενώ οι ιδιωτικές κατοικίες αφήνουν ένα διάδρομο μεταξύ των τοίχων και του τείχους,
β) η οικία του αγγείου των πολεμιστών, όπου βρέθηκε κρατήρας των τελευταίων μυκηναϊκών χρόνων, που παρίστανε έξοδο πολεμιστών,
γ) η οικία της ανωφέρειας, όπου βρέθηκαν τοιχογραφίες που παριστάνουν ταυρομαχίες,
δ) το εργαστήριο των καλλιτεχνών, που μάλλον αποτελούσε την ανατολική πτέρυγα του ανακτόρου,
ε) η οικία των κιόνων, με υπαίθρια περίστυλη αυλή και στ) ο αρχαϊκός ναός του 7ου αι. π. Χ.
Τάφοι : Περιλαμβάνονται τρία είδη τάφων: λακκοειδείς, θολωτοί και θαλαμωτοί. Οι περισσότεροι βρίσκονται στο βασιλικό περίβολο Β. Περιβάλλεται, όπως και ο περίβολος Α που βρίσκεται μέσα στην ακρόπολη, από χτιστό κύκλο διαμέτρου 28 μ. και περιλαμβάνει 24 τάφους. Από αυτούς οι 14 είναι βασιλικοί κάθετοι λακκοειδείς και οι 10 τετράπλευροι λαξεμένοι στο βράχο. Οι ταφές του περιβόλου Β είναι αρχαιότερες από του Α, τα έθιμα όμως και ο τρόπος ταφής είναι ίδια. Όμοια είναι και τα κτερίσματα: χρυσές προσωπίδες, χρυσά περιδέραια, χρυσά και αργυρά αγγεία, σφραγίδες. Ο περίβολος Α με τους βασιλικούς, επίσης, τάφους βρίσκεται δεξιά από την πύλη των Λεόντων. Είναι ένας κυκλικός χώρος διαμέτρου 26,5 μ. που περιλαμβάνει 6 τάφους, οι οποίοι χρονολογούνται από το 16ο αι. π.Χ. Οι τάφοι είναι λακκοειδείς και περιέκλειαν 19 σκελετούς και πλήθος από κτερίσματα.
Σε αυτούς βρέθηκαν το 1876–1877 από το Σλίμαν οι περίφημες χρυσές προσωπίδες και όλα τα αντικείμενα που εκτίθενται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, χρυσά περιδέραια, σκουλαρίκια, βραχιόλια, νομίσματα, δοχεία χρυσά, αργυρά, όπλα χάλκινα με ένθετη διακόσμηση από χρυσό κ.ά.
Οι θολωτοί τάφοι προορίζονταν για τους βασιλείς. Χρονολογούνται μεταξύ 1550 και 1200 π.Χ. Κυριότεροι είναι ο «θησαυρός του Ατρέα», «Ο τάφος του Αίγισθου» και «Ο τάφος της Κλυταιμνήστρας».
Το περισσότερο, όμως, μνημειώδες ταφικό χτίσμα είναι ο «θησαυρός του Ατρέα». Δρόμος μήκους 36 μ. και πλάτους 6 μ. οδηγεί στην είσοδο του τάφου, που έχει ύψος 5,50 μ. Γενική διακόσμηση κάλυπτε το ανακουφιστικό τρίγωνο πάνω από την είσοδο. Ο θάλαμος του τάφου είναι στρογγυλός με διάμετρο 14,60 μ., ενώ η θόλος του, ύψους 13,30 μ., είναι κατασκευασμένη σύμφωνα με το εκφορικό σύστημα, στενεύει δηλαδή συνέχεια προς τα πάνω, για να καταλήξει στην κορυφή σε ένα στενό άνοιγμα. Το εσωτερικό της θόλου είναι καλυμμένο με στρώμα πηλού για να προφυλάσσεται ο τάφος από την υγρασία και τα νερά της βροχής. Στη βόρεια πλευρά του κυκλικού δωματίου υπάρχει και άλλο δωμάτιο λαξεμένο στο βράχο.
Οι τάφοι της «Κλυταιμνήστρας» και του «Αίγισθου» είναι πιο απλοί από αυτόν του Ατρέα.
Επιμέλεια Άρθρου : Γεώργιος Λυμπερόπουλος