Μπανανιά – banania

mpanania

Οι μπανανιές είναι ποώδη πολυετή φυτά, ύψους ως 3 μ., εκτός από το είδος της κλωστικής μπανανιάς που φτάνει τα 6-8 μ. Ο βλαστός τους είναι υπόγειος.

Οι κολεοί των μίσχων των φύλλων, που είναι τυλιγμένοι ο ένας μέσα στον άλλο, σχηματίζουν ψευδή υπέργειο βλαστό που λέγεται στύπος.

Τα φύλλα της μπανανιάς, όταν μεγαλώσουν, φτάνουν σε μήκος τα 2-3 μ., έχουν πλάτος 50-60 εκ. και στη μέση σε όλ[GLi]ο το μήκος τους ένα τριγωνικό χοντρό κοτσάνι, που είναι το κεντρικό τους νεύρο.

Συνήθως ο αέρας σχίζει τα φύλλα σε λουρίδες, κάθετες προς το κεντρικό νεύρο.

 Από το εσωτερικό του ψευδοβλαστού βγαίνει πάνω σε ένα μακρόστενο ποδίσκο η ταξιανθία της μπανανιάς που γέρνει λίγο στην αρχή και μετά τη γονιμοποίηση, οπότε γίνεται ταξικαρπία τύπου βότρυος (τσαμπί), γέρνει τελείως προς τα κάτω από το βάρος των καρπών, δηλαδή των μπανανών που βρίσκονται σε σειρές γυρισμένες με την άκρη τους (μύτη) προς τα πάνω.

Ο καρπός της μπανάνας είναι ιδιότυπη ράγα με δερματώδες περικάρπιο και χωρίς σπέρματα (στείρος).

Είναι πλούσια σε υδατάνθρακες (σάκχαρα) και φτωχή σε λιπαρές ουσίες και πρωτεΐνες, γι’ αυτό είναι τροφή κατάλληλη για τροπικά κλίματα.

Επειδή είναι πολύ εύπεπτη και θρεπτική τροφή, με γλυκιά και ευχάριστη γεύση, είναι κατάλληλη ιδιαίτερα για τα παιδιά. Από όλους τους φρέσκους καρπούς, η μπανάνα έχει τις περισσότερες θερμίδες.

Τα τσαμπιά κόβονται μόλις αρχίσει η ωρίμανση, όταν δηλαδή οι μπανάνες αρχίσουν να αποκτούν κυλινδρικό σχήμα και ανοιχτοπράσινο χρώμα.

Μεταφέρονται με ειδική συσκευασία μέσα σε μεταφορικά μέσα (πλοία-βαγόνια) που έχουν σταθερή θερμοκρασία 12-15°C και[GLi]τοποθετούνται στους τόπους της κατανάλωσης σε ειδικές αποθήκες (θερμαινόμενες) για να ωριμάσουν καλά και να διατεθούν στην κατανάλωση.

Κάθε τσαμπί έχει γύρω στις 200 μπανάνες, με μέσο βάρος 10-15 κιλά. Όταν αποξηραθούν οι μπανάνες σε φούρνο ή στον ήλιο, δίνουν εξαιρετικό αλεύρι.

Η μπανανιά καρποφορεί μόνο μια φορά. Γι’ αυτό μετά τη συγκομιδή των καρπών το στέλεχος του φυτού καταστρέφεται και στη βάση του σχηματίζονται πάρα πολλές παραφυάδες, από τις οποίες οι καλλιεργητές αφήνουν να μεγαλώσουν 3-4. Οι άλλες μεταφυτεύονται ή αν δε χρειάζονται πετιούνται.

Οι μπανανοφυτείες αποδίδουν στο δεύτερο και τον τρίτο χρόνο. Οι παραφυάδες που φυτεύονται δίνουν συνήθως καρπούς τον πρώτο χρόνο, αλλά είναι μικροί και μη εμπορεύσιμοι γι’ αυτό κόβονται με τα στελέχη, και οι παραφυάδες που βγαίνουν τον επόμενο χρόνο, δηλαδή το δεύτερο χρόνο της μπανανοφυτείας, δίνουν καλό προϊόν.

Οι καλλιεργούμενες για καρπό μπανανιές είναι ποικιλίες ή υβρίδια που προέρχονται από τα είδη Μούσα η παραδεισιακή και Μούσα η σαπιέντουμ.

Η κλωστική μπανανιά είναι το είδος Μούσα η τεξτίλις, ιθαγενές φυτό των Φιλιππίνων, που είναι και το μόνο μέρος στο οποίο καλλιεργείται σήμερα, όπου και ονομάζεται αβάκα. Στη συγκομιδή κόβονται τα στελέχη που σχηματίζονται από τους κολεούς των μίσχων των φύλλων, από τους οποίους, με μακρόστενες τομές, βγαίνουν ίνες ως 2 μ. που ονομάζονται καννάβι της Μανίλας. Από αυτές γίνονται παλαμάρια (χοντρά σχοινιά για ναυτική χρήση) που είναι ελαφρότερα, πιο στερεά και πιο ανθεκτικά στο θαλασσινό νερό από το κοινό καννάβι.

Ως καλλωπιστικά φυτά καλλιεργούνται διάφορα είδη μπανανιάς με μικρή ανάπτυξη σε περιορισμένους υπαίθριους χώρους στις εύκρατες χώρες ή σε δοχεία και γλάστρες για εσωτερικούς χώρους στις ψυχρές χώρες.

Γραμματική : ανήκει στα θηλυκά ονόματα οπότε παίρνει το άρθρο (η) –  μπροστά του. Οπότε λέγεται η Μπανανιά.

Σχετικά με Γεώργιος Λυμπερόπουλος

Είμαι Ηλεκτρονικός όπου τα τελευταία μου τωρινά χρόνια έμαθα να χειρίζομαι τους Ηλεκτρονικούς υπολογιστές, από την κατασκευή αλλά και από τον προγραμματισμό τους θα έλεγα πολύ καλά. Ευχαριστώ που διαβάζετε την ιστοσελίδα μου!

Δείτε όλα τα άρθρα του/της Γεώργιος Λυμπερόπουλος →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *