Οδύσσεια : Ο Οδυσσέας στον Εύμαιο – Odysseus in Eumaeus

Ο Οδυσσέας στον Εύμαιο

Ο Οδυσσέας τράβηξε το μονοπάτι που οδηγούσε στην καλύβα του χοιροβοσκού. Αυτός δεν ήταν δούλος από τη γέννησή του.  .  .  .

  Αντίθετα, πατέρας του ήταν ο βασιλιάς Κτήσιος που κυβερνούσε τις δύο πολιτείες της Συρίας, ενός νησιού που βρισκόταν στην άκρη του κόσμου.

  Όμως σε παιδική ηλικία έπεσε θύμα κουρσάρων και μετά από πολλές περιπέτειες κατέληξε να τον πουλήσουν ως δούλο στην Ιθάκη

  Εκεί τον αγόρασε ο Λαέρτης και η Αντίκλεια τον ανέθρεψε σαν δικό της παιδί.

  Όταν έφτασε ο Οδυσσέας μεταμορφωμένος πάντα σε ζητιάνο, βρήκε τον Εύμαιο να κάθεται στο υπόστεγο της καλύβας.

  Πλάι του κάθονταν τέσσερα σκυλιά.

  Οι βοσκοί που είχε για βοηθούς έλειπαν.

  Μόλις τα σκυλιά μυρίστηκαν τον ξένο, όρμησαν καταπάνω του.

  Ο Εύμαιος τα έδιωξε με πέτρες και πήρε τον ξένο στην καλύβα του να τον φιλέψει.

  Όταν μπήκαν μέσα, ο χοιροβοσκός θυμήθηκε τον αφέντη του, που αν αυτή την ώρα ήταν εκεί, θα τον αντάμειβε πλουσιοπάροχα για τις υπηρεσίες του. Δυστυχώς όμως έφυγε για την Τροία και από τότε χάθηκε.

Ενώ αφηγούνταν όλα αυτά, ετοίμαζε το γεύμα, χοιρινό κρέας και κρασί. Έπειτα άρχισε να μιλάει για την κατάσταση στο παλάτι.

  Οι ξεδιάντροποι μνηστήρες της βασίλισσας τρώνε την περιουσία του αφέντη του και μέσα σ’ όλα αυτά ο Τηλέμαχος, το βασιλόπουλο, έφυγε για να συλλέξει πληροφορίες για τον πατέρα του. Ο μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο Οδυσσέας του είπε πως ίσως γνώριζε τον αφέντη του. Ο χοιροβοσκός το απέκλεισε προσθέτοντας πως πολλοί ξένοι ξεγέλασαν την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο, λέγοντας ψεύτικα νέα για το βασιλιά, για να κερδίσουν την πλούσια φιλοξενία τους. Σίγουρα όμως ο Οδυσσέας, γιατί έτσι ονομαζόταν ο αφέντης του, έχει πεθάνει.

  Στη συνέχεια ο πολυμήχανος Οδυσσέας αφηγήθηκε μια πλαστή ιστορία, εμπλουτισμένη με πολλές λεπτομέρειες από τις αληθινές του περιπέτειες. Ήταν νόθος γιος ενός πλούσιου Κρητικού, που όμως τον αγαπούσε σαν αληθινό του παιδί. Μετά το θάνατο του πατέρα του παντρεύτηκε μια νοικοκυροπούλα. Το μυαλό του ήταν διαρκώς στα ταξίδια και τις περιπέτειες, γι’ αυτό έγινε πειρατής. Όταν ο Ιδομενέας ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Αγαμέμνονα και έστειλε στόλο στην Τροία, συμμετείχε και ο ίδιος ως αρχηγός στο κρητικό στράτευμα.

  Έτσι γνώρισε και τον Οδυσσέα.

  Μετά την επιστροφή από το τρωικό κάστρο του μπήκε η ιδέα να ταξιδέψει στην Αίγυπτο.

  Εκεί έμεινε εφτά χρόνια και μάζευε πλούτη.

  Κάποτε ακολούθησε ένα Φοίνικα στη χώρα του, αλλά στη διάρκεια του ταξιδιού ξέσπασε καταιγίδα. Αυτός ήταν ο μόνος που σώθηκε παλεύοντας εννιά μερόνυχτα με τα κύματα.

  Τελικά βγήκε στη χώρα των Θεσπρωτών, όπου τον καλοδέχτηκαν. Εκεί έμαθε τα τελευταία νέα για τον Οδυσσέα. Ο βασιλιάς της χώρας Φείδωνας φιλοξενούσε τον πολυταξιδεμένο ήρωα, αλλά εκείνες τις μέρες είχε πάει στη Δωδώνη για να ζητήσει χρησμό από τον Δία σχετικά με την επιστροφή του στην Ιθάκη. Ο ίδιος δεν μπόρεσε να συναντήσει τον Οδυσσέα, γιατί ο Φείδωνας τον έστειλε μ’ ένα καράβι στο Δουλίχι. Οι άντρες του καραβιού του φόρεσαν κουρελιασμένα ρούχα και ήθελαν να τον πουλήσουν για δούλο.  Όταν έφτασαν στην Ιθάκη, τον έδεσαν και βγήκαν στην ακρογιαλιά για δείπνο. Αυτός λύθηκε με τη βοήθεια των θεών και βγήκε κολυμπώντας στη στεριά. Έτσι βρέθηκε και στο καλύβι του χοιροβοσκού.

  Όλη αυτή η ιστορία συγκίνησε τον Εύμαιο, μα επέμενε πως ο ξένος έλεγε ψεύτικα λόγια για τον Οδυσσέα.

  Σε λίγο ήρθαν και οι υπόλοιποι βοσκοί από τις δουλειές τους.

   Έφαγαν όλοι μαζί πλούσιο γεύμα, αφού θυσίασαν στους Ολύμπιους θεούς. Σαν ήρθε η ώρα να πέσουν για ύπνο ο Οδυσσέας – ζητιάνος, επειδή κρύωνε, σκαρφίστηκε μια πολύ έξυπνη ιστορία για να ζητήσει με έμμεσο τρόπο μια κάπα αφηγήθηκε ένα πλαστό επεισόδιο από τον Τρωικό πόλεμο. Ο Εύμαιος κατάλαβε το νόημα και έδωσε στον ξένο την κάπα του. Ο ίδιος, πιστός καθώς ήταν στον αφέντη του, δεν κοιμήθηκε στη σπηλιά παρά πήγε να ξαπλώσει πλάι στα κοπάδια για να τα φυλάει καλύτερα.

  Την επόμενη μέρα το πρωί οι βοσκοί ξύπνησαν και άρχισαν να εκτελούν τις καθιερωμένες δουλειές τους. Το απόγευμα, την ώρα του φαγητού, ο Οδυσσέας – ζητιάνος είπε στο χοιροβοσκό πως σκεφτόταν να πάει στη χώρα να ζητιανέψει και να μιλήσει με τους μνηστήρες, μήπως του έδιναν κάτι να φάει και να ντυθεί. Ο Εύμαιος τον προειδοποίησε πως οι μνηστήρες θα του φέρονταν άσχημα. Εξάλλου, δεν υπήρχε πρόβλημα να μείνει στο κονάκι του όσο ήθελε. Ο Οδυσσέας ευχαρίστησε θερμά τον Εύμαιο και ζήτησε με έμμεσο τρόπο να μάθει πληροφορίες για τους γονείς του.

   Ο χοιροβοσκός τότε αναφέρθηκε στο χαμό της Αντίκλειας, που πέθανε από τον καημό του γιου της που δε γύρισε από την Τροία και στα άσχημα γεράματα που περνούσε ο Λαέρτης στο εξοχικό του σπίτι, δουλεύοντας σαν δούλος. Στη συνέχεια ο Οδυσσέας ρώτησε για την ιστορία του Εύμαιου, προσποιούμενος βέβαια πως δεν τη γνώριζε. Αυτός του περιέγραψε με λεπτομέρειες όλο το χρονικό της αρπαγής του. Με τις κουβέντες όμως είχαν φτάσει περασμένα μεσάνυχτα και οι δύο άντρες έπεσαν για ύπνο.

  Με την αυγή της επόμενης μέρας ξύπνησαν, άναψαν φωτιά και ετοίμασαν να φάνε πρωινό. Εκείνη την ώρα ακούστηκαν βήματα και τα τσομπανόσκυλα κουνούσαν παιχνιδιάρικα την ουρά τους κάποιο γνωστό πρόσωπο είχε έρθει. Πραγματικά, σε λίγο φάνηκε στην είσοδο της καλύβας ο Τηλέμαχος. Η Αθηνά είχε πάει στο ανάκτορο της Σπάρτης και τον μάλωσε που αργούσε τόσο πολύ να γυρίσει στην Ιθάκη.

   Αμέσως ο γιος του Οδυσσέα αποχαιρέτησε τον Μενέλαο και την Ελένη έφυγε για την Πύλο και από εκεί με το γοργοτάξιδο καράβι του έφτασε στην Ιθάκη. Άραξαν πρώτα στο ερημικό νησάκι που είχαν αφήσει οι Φαίακες τον Οδυσσέα και ο Τηλέμαχος κατευθύνθηκε προς το χοιροστάσιο του Εύμαιου. Μετά το καράβι συνέχισε για το κεντρικό λιμάνι της Ιθάκης.

Ο πιστός χοιροβοσκός, που λάτρευε τον Τηλέμαχο, σάστισε μόλις τον είδε. Του έπεσε από τα χέρια το ξύλινο δοχείο που κρατούσε και άρχισε να τον αγκαλιάζει και να τον φιλάει με δάκρυα στα μάτια, γιατί πίστευε πως δε θα γυρνούσε ποτέ από το ταξίδι του. Ο Τηλέμαχος ζήτησε να μάθει νέα από το παλάτι και τη μητέρα του. Ο Εύμαιος τον διαβεβαίωσε για την πίστη και την εγκαρτέρησή της. Μετά έστρωσε τραπέζι για να φάνε, σύστησε τον ξένο (τον Οδυσσέα ζητιάνο) στον Τηλέμαχο και του ζήτησε να τον φιλοξενήσει. Το νεαρό παλικάρι δήλωσε την αδυναμία του, γιατί στο παλάτι είχε ν’ αντιμετωπίσει τους αγνώμονες και ξετσίπωτους μνηστήρες. Το καλύτερο θα ήταν να παραμείνει ο ξένος στη στάνη και να του στείλει εκεί τα δώρα της φιλοξενίας.

  Ο Οδυσσέας ζητιάνος πήρε το λόγο και αναρωτήθηκε, μήπως ο Τηλέμαχος ήταν μισητός στο λαό ή μαλωμένος με τ’ αδέρφια του και δεν τολμούσε να διώξει τους μνηστήρες. Ο νέος αποκρίθηκε πως ήταν αγαπητός στο λαό, αλλά δεν είχε αδέρφια να του συμπαρασταθούν. Εξάλλου, οι μνηστήρες ήταν πολυάριθμοι και μάλιστα αρχοντόπουλα με δύναμη. Στη συνέχεια έδωσε εντολή στον Εύμαιο να ειδοποιήσει τη μητέρα του πως γύρισε από την Πύλο, καθώς και την Ευρύκλεια, την πιστή οικονόμο του παλατιού, για να το πει στο γέρο Λαέρτη.

Όταν αποχώρησε ο Εύμαιος, η Αθηνά αποφάσισε πως έφτασε η ώρα ν’ αποκαλύψει ο Οδυσσέας την πραγματική του ταυτότητα στο γιο του.

  Κάλεσε μ’ ένα νεύμα τον πολυμήχανο άντρα έξω από το καλύβι και του έδωσε την κανονική του μορφή. Τον άγγιξε με χρυσό ραβδί και αμέσως τα ρούχα του έγιναν όμορφα και καθαρά, το σώμα του απέκτησε δύναμη και τα μαλλιά του και τα γένια του πήραν μαύρο χρώμα. Μόλις γύρισε στην καλύβα, ο Τηλέμαχος είδε τη μεταμόρφωσή του, νόμιζε πως ήταν κάποιος θεός και τρέμοντας άρχισε να του τάζει θυσίες. Ο πολύπαθος άντρας τότε αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα.  Δεν ήταν όμως εύκολο για τον Τηλέμαχο μετά από είκοσι χρόνια να τον πιστέψει. Ο πατέρας του τον διαβεβαίωσε πως όλα έγιναν σύμφωνα με τη θέληση της Αθηνάς.

  Τότε πατέρας και γιος αγκαλιάστηκαν και έκλαιγαν ώρες ολόκληρες.

Όταν σταμάτησαν, ο Οδυσσέας άρχισε να σκέφτεται πώς θα εξόντωναν οι δυο τους, τους μνηστήρες. Ο Τηλέμαχος απάντησε πως ήταν αδύνατο να τα καταφέρουν, γιατί οι μνηστήρες ήταν εκατόν οκτώ και είχαν μαζί τους βοηθούς.  Μα ο έμπειρος άντρας τον διαβεβαίωσε πως θα τα κατάφερναν με τη βοήθεια του Δία και της Αθηνάς και άρχισε να του δίνει οδηγίες. Έπρεπε να πάει γρήγορα στο παλάτι σε λίγο θα έφτανε και ο ίδιος, αλλά μεταμορφωμένος σε ζητιάνο. Επίσης, του ζήτησε να μαζέψει τα όπλα από τη μεγάλη σάλα και ν’ αφήσει μόνο δύο πανοπλίες. Τέλος, του επισήμανε πως δεν έπρεπε ν’ αποκαλύψει την επιστροφή του ούτε στη μητέρα του ούτε στον Λαέρτη ούτε στον Εύμαιο, γιατί πρώτα ήθελε να δοκιμάσει τους ανθρώπους του παλατιού.

  Την ώρα που βασίλευε ο ήλιος επέστρεψε στην καλύβα και ο Εύμαιος.

Η Αθηνά πρόλαβε και μεταμόρφωσε πάλι τον Οδυσσέα σε ζητιάνο. Αυτός πληροφόρησε τον Τηλέμαχο ότι έδωσε κρυφά στην Πηνελόπη το μήνυμα της επιστροφής του, μα ο κήρυκας του καραβιού που έφερε τον Τηλέμαχο ανάγγειλε δυνατά την επιστροφή του μπροστά στις δούλες και τους μνηστήρες. Κατόπι ετοίμασε τραπέζι, έφαγαν και πλάγιασαν να κοιμηθούν.

  Σαν ξημέρωσε η ροδοδάχτυλη Αυγή, ο Τηλέμαχος ετοιμάστηκε να φύγει για το παλάτι. Μα πρώτα έδωσε παραγγελιά στον Εύμαιο να οδηγήσει τον Οδυσσέα ζητιάνο στη χώρα για να ζητιανέψει, μια και ο ίδιος δεν μπορούσε να τον φιλοξενήσει.

  Ο χοιροβοσκός ξαφνιάστηκε από τη μεταστροφή του παλικαριού, υπάκουσε όμως χωρίς καμιά συζήτηση, γιατί έτσι είχε μάθει από μικρός. Μ’ αυτόν τον τρόπο άρχισε να μπαίνει σε εφαρμογή το σχέδιο που κατέστρωσαν πατέρας και γιος την προηγούμενη μέρα.

Γεώργιος Λυμπερόπουλος

Σχετικά με Γεώργιος Λυμπερόπουλος

Είμαι Ηλεκτρονικός όπου τα τελευταία μου τωρινά χρόνια έμαθα να χειρίζομαι τους Ηλεκτρονικούς υπολογιστές, από την κατασκευή αλλά και από τον προγραμματισμό τους θα έλεγα πολύ καλά. Ευχαριστώ που διαβάζετε την ιστοσελίδα μου!

Δείτε όλα τα άρθρα του/της Γεώργιος Λυμπερόπουλος →

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.